Διήγημα
Ένα διήγημα από τη συλλογή διηγημάτων
«Όλα τα ποτάμια ονειρεύονται τη θάλασσα»
του Ηλία Μαργιόλα
Ο Κασίμ γεννήθηκε στα βάθη της Αφρικής σε μια αχυρένια καλύβα, ο Γιουσέφ γεννήθηκε
στην Παλαιστίνη σε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, η Αμίνα άνοιξε τα μάτια της στη ζωή
σε μια υγρή, ψαράδικη τρώγλη σε κάποια ακτή της Μεσογείου.
Δεν είχαν φυσικά ποτέ τους συναντηθεί στον κόσμο, έπλαθαν όμως τα ίδια παιδικά
όνειρα. Μη φανταστείς τίποτε σπουδαίο, μεγαλοπιάσματα, μόνο μια θέση κάτω
απ’ τον ήλιο των τυχερών παιδιών. Και να ’χουν λέει μπόλικο ψωμί, ειρήνη,
ασφάλεια και ελευθερία.
Κανείς δε συναντήθηκε με το όνειρό του, γιατί τον Κασίμ τον πρόλαβε η πείνα,
τον Γιουσέφ τον πρόλαβαν οι μπόμπες, την Αμίνα την πήραν τα κύματα
και τα κοχύλια της θάλασσας.
Ο Κασίμ πάσχιζε για μια δουλειά , ό,τι κι ό,τι, να φέρει ψωμί στη μάνα
και στ’ αδέρφια, αλλά τον πρόλαβε η πείνα. Ο Γιουσέφ ονειρευόταν ένα μεγάλο σχολείο,
τον πατέρα γέρο στο σπίτι και τη μάνα στη ζωή του, αλλά τους πρόλαβαν οι μπόμπες.
Η Αμίνα έψαχνε έναν τόπο λεύτερο και ανοιχτό, που να αντέχει τα όνειρά της,
εκείνα που τα κατάπιαν τα κύματα της Μεσογείου.
Οι Θεοί της Αφρικής, της Παλαιστίνης και των Θαλασσών, δεν ήξεραν φαίνεται τίποτε για
τα όνειρά τους: του Κασίμ, του Γιουσέφ και της Αμίνα. Οι κυβερνήτες αυτού του κόσμου,
έτυχε αυτή την εποχή να ’χουν μεγάλες σκοτούρες, παγκόσμια σχέδια ανάπτυξης, έστω για
τον μισό πλανήτη και τα μισά παιδιά του.
Στο τέλος, σε μια φωτεινή συγκυρία, ξεσηκώθηκε μια διεθνής οργάνωση γονιών και πήρε
στα χέρια της τις τρεις ιστορίες, του Κασίμ , του Γιουσέφ και της Αμίνα· τις έβγαλε στο φως
και ύστερα με τις φωτογραφίες τους στο χέρι, κινήθηκαν προς κάθε κατεύθυνση, προς κάθε
αρμόδιο· να ζητήσουν τη βοήθειά τους, να προλάβουν την πείνα για τον επόμενο Κασίμ,
τον πόλεμο για τον επόμενο Γιουσέφ, την φτώχια για την επόμενη Αμίνα.
Κατέθεσαν το πρόβλημά τους σε διάφορες κυβερνήσεις, σε διεθνείς οργανώσεις για το
παιδί και στο τέλος σκέφτηκαν μια πορεία προς τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ).
Εκεί όμως βρήκαν μπροστά τους την αστυνομία, τους φρουρούς της τάξης. Και η αδιαφορία
ήταν εκεί, η ένοχη σιωπή ήταν εκεί, η ευθύνη δεν ήταν πουθενά. Το αίτημά τους μπορούσε
να εξεταστεί σε ένα επόμενο στάδιο. Χρειάζονταν, άλλωστε, πολύ περισσότερα στοιχεία για
το σοβαρό αυτό ζήτημα, στατιστικές αναλύσεις, ακριβείς αριθμοί, επίσημες υπογραφές και
λοιπά και λοιπά· κι έτσι έκλεισαν την κουβέντα.
Οι γονείς κατάλαβαν. Ήξεραν, άλλωστε, και απ’ τις προηγούμενες προσπάθειες.
Κρατώντας τις φωτογραφίες αποχώρησαν με κατεβασμένο κεφάλι και συγκεντρώθηκαν
ξανά σε μια κλειστή αίθουσα, να μιλήσουν, να σκεφτούν τη συνέχεια.
Ακούμπησαν τις φωτογραφίες πάνω στο γραφείο της έδρας, τη μια δίπλα στην άλλη.
Τα παιδιά κοιτάχτηκαν για πρώτη φορά μεταξύ τους. Στη μικρή ζωή τους δεν έτυχε,
δεν πρόλαβαν να συναντηθούν. Κοιτάχτηκαν κάπως κουρασμένα μεταξύ τους και μετά
κοίταξαν κάτω τους γονείς. Με τα μάτια τους αντάλλαξαν γρήγορα τη σκέψη τους
και συμφώνησαν χωρίς δυσκολία. Θα έκαναν κι αυτά το παρακάτω βήμα μόνα τους, γιατί είχαν
καταλάβει πια ότι μόνα τους ήταν πάντα και μόνα τους θα είναι πάντα. Ένα και δυο,
όπως λένε και τα παραμύθια, βγαίνουν απ’ τις κορνίζες και τρέχουν κατευθείαν
στους Θεούς τους· όλοι μαζί και οι τρεις μαζί.
-Το και το παντοδύναμοι, εσείς ξέρετε καλύτερα, πρέπει να ξέρετε καλύτερα.
Η πείνα, ο πόλεμος, η φτώχια…
Οι Θεοί της Αφρικής, της Ασίας και της Θάλασσας, έσκυψαν το μεγάλο αφτί τους προς τη
γη· άκουσαν, σκέφτηκαν, αλληλοκοιτάχτηκαν, μέτρησαν, υπολόγισαν και στο τέλος
απάντησαν:
-Εμείς, καλά μας παιδιά, βλέπουμε πολλούς ανθρώπους ευχαριστημένους, κι όμως,
με φαΐ αρκετό, με ύπνο καλό, χτίζουν ναούς για μας. Οι περισσότεροι ζωντανοί είναι καλά
και ’σείς που είστε κοντά μας, επίσης είστε καλά. Κι ακούστε, στο τέλος-τέλος εμείς δώσαμε
στους ανθρώπους φτερά.
Τι τα κάνουν τα φτερά τους;
Τα παιδιά γύρισαν αμέσως στην αίθουσα και φώναξαν:
-Γονείς κι αδέρφια, μόνοι μας, εμείς όλοι μόνοι μας· οι μπουκωμένοι του κόσμου και
τρομολάγνοι της εικόνας έκλεισαν ήδη τους τηλεοπτικούς δέκτες τους. Μέχρις εκεί το
άντεξαν. Ακολουθεί η μεσημεριανή σιέστα.
Εμείς μόνοι μας, γιατί οι Θεοί μάς έχουν δώσει φτερά.
Τι τα κάναμε τα φτερά μας;
©2025 Ηλίας Μαργιόλας
Αρθρογράφος * Λογοτέχνης
