Ποίημα
Έτσι καθώς άξαφνα άλλαξε ο καιρός
άλλαξες κι εσύ
θαρρώ
φόρεσες το μάλλινο σκουφί
έβαλες τα μπλε σου κρύα μάτια
άδραξες τον παλιόκαιρο
και ξανοίχτηκες.
Μη με ρωτήσεις πού
Ίσως κατά τις μέσα ακύμαντες θάλασσες
Ίσως κατά τις απάτητες κορφές
της Μπελάγιας.
Όπου κι αν πας
ο ίδιος θα είσαι
Ένας ξηρός κόμπος στο λαιμό μου
εκεί
κατά τις έξι τα χαράματα
που διαολεμένα θα μου κόβει την ανάσα.
Από την άλλη, βέβαια
είναι και κείνα τα συρματοπλέγματα
στην Δωδεκανήσου,
που με κρατούνε σε μιαν εγρήγορση.
Κάνω πως δεν τα βλέπω
μα
είναι εκεί ασάλευτα.
Ορίζουν την ελευθερία που έχασα
και τα δεσμά που αγαπάω.
Φυσικά και μπορείς να το πεις
διαστροφή
ετούτο το παράξενο
που είμαι.
Αν δεν σε πειράζει τώρα
άσε με να παίξω με την απόγνωση
της αμαρτίας
και με το ωχρό μάγουλο
της συγχώρεσης.
Έτσι κι αλλιώς σήμερα είναι μια
συνηθισμένη Δευτέρα.
Τα μαγαζιά κλειστά
Τα περιστέρια αρμαθιασμένα
στον τρούλο της Ανάληψης
Το ζητιανάκι της Μακεδονομάχων
άφαντο.
Μόνον ένα βλοσυρό ποίημα
με κατασκοπεύει από ώρα
και με δείχνει
απειλητικά κουνώντας το δάχτυλο
”Δεν είσαι ποιητής
Κι ούτε ποτέ θα γίνεις
Εκτός κι αν ο καιρός αλλάξει ξαφνικά
μια μέρα απαράδεκτη
κάτω απ’την ψυχή σου…”
©️2025 Φιλαρέτη Βυζαντίου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
