You are currently viewing Αφήγημα – Ταξιδεύοντας στο χθες και στο σήμερα –

Αφήγημα – Ταξιδεύοντας στο χθες και στο σήμερα –

Αφήγημα

Μετά από τόσο καιρό… πέρασε σχεδόν ένας χρόνος…
Θέλω να σου πω κάτι που κρατάω μέσα μου και με βαραίνει…
Σε ερωτεύτηκα πολύ και δυνατά.
Μικρό το χρονικό διάστημα που ουσιαστικά ήμασταν μαζί
όμως αρκετό για να δημιουργήσει συναισθήματα.
Ήθελα να γίνω κομμάτι της ζωής σου κι εσύ της δικής μου.
Αγάπησα ακόμα και την ιδέα, τ΄ ότι έχοντας μια μικρή κόρη θα έδινα λίγο
παραπάνω νόημα στη ζωή μου αγαπώντας τη μαζί με εσένα,
μιας και αγαπώ τα παιδιά όσο δε φαντάζεσαι…
Άλλωστε τα τεράστια αποθέματα αγάπης -που έχω μέσα μου να δώσω-
νομίζω σας χωρούσαν και τους δύο και θα περίσσευε κιόλας.
Με χαροποιούσε η ιδέα να έχω έναν άνθρωπο να μοιράζομαι την καθημερινότητα,
με όσα αυτή συνεπάγεται και να τον αγαπώ και να τον φροντίζω.
Δεν ξέρω κι ούτε ποτέ κατάλαβα πως γίνεται να επιλέγεις έναν άνθρωπο,
να επιθυμείς να τον βάλεις στη ζωή σου και ξαφνικά αγνοώντας τα συναισθήματα του,
αυτά που εσύ του έχεις δημιουργήσει, να τον βάζεις στην άκρη, στο περιθώριο,
σαν αντικείμενο που η εξυπηρέτηση και η χρηστικότητα που σου προσέφερε
ως εκείνη την στιγμή να παύει να υφίσταται.
Με διαβεβαίωνες όταν σε ρωτούσα αν όλα μεταξύ μας ήταν καλά, πως όλα ήταν εντάξει.
Παρ όλο που η συμπεριφορά σου μου έδειχνε το εντελώς αντίθετο.
Ένιωθα παραγκωνισμένη και περιττή, σαν να ήμουν αόρατη… σαν να μην υπήρχα.
Και σαν να μην ήθελες να υπάρχω, παρά μόνο τις στιγμές που εσύ το επιθυμούσες
και εξυπηρετούσε δικούς σου λόγους και σκοπούς.
Άρχισα να αποτραβιέμαι μετά από πολύ προσπάθεια.
Η ψυχή μου και η καρδιά μου πολεμούσε, ούρλιαζε, δεν το ήθελε να το ζει αυτό.
Δεν άξιζε να περνώ κάτι τέτοιο… αλλά… να… που συνέβη…
Βιάστηκα να κάνω όνειρα που ναυάγησαν.
Η αξιοπρέπεια δε με άφησε να στραπατσαριστω άλλο… όχι ότι με ένοιαζε δηλαδή,
αλλά ήξερα καλά πως όπου δε χωράς και νοιώθεις ότι περισσεύεις καλύτερα να φεύγεις.
Κι αυτό έκανα… έφυγα…
Χωρίς καμία εξήγηση, χωρίς διάλογο, χωρίς απόδοση ευθυνών και μόνο με το κεφάλι ψηλά
έτσι όπως ακριβώς ήρθα -πόσο περήφανη με κάνει αυτό- να στέκομαι στο ύψος μου.
Με τσάκισε είναι η αλήθεια, αυτή η κατάσταση που ενώ εκανα για αυτήν όνειρα
βρέθηκα στο ναυάγιο της …
Μήνες πάλευα μακριά σου, με την επιθυμία και τον έρωτα που ένοιωθα για εσενα
και που τώρα έχει γίνει αγάπη, όσο παράξενο κι αν ακούγεται ή φαίνεται.
Δεν είχα όρεξη για τίποτε, σταμάτησα να έχω τις δραστηριότητες που είχα,
πάλευα με την κατάθλιψη και το ήξερα.
Τις ώρες που δεν φορούσα το προσωπείο που έβαζα όταν έπρεπε να πάω στη δουλειά,
τις περνούσα κλεισμένη μέσα στο σπίτι με τα παράθυρα κλειστά και σε απόλυτη ησυχία,
έχοντας παντα έντονες σκέψεις και τρομερό πονοκέφαλο.
Δεν έτρωγα, δεν έπινα, δε μιλούσα με κανέναν…
Μόνο που καμμιά φορά άρπαζα χαρτί και μολύβι κι έγραφα… έγραφα… έγραφα…
Όσα ανειρευόμουν, όσα ήθελα να συμβούν, όσα λαχταρούσα
κι όσα με πονούσαν μέσα μου βαθιά και ας προσπαθούσα να λυτρωθώ
με την εκτόνωση των σκέψεων μου σ΄ένα κομμάτι χαρτί.
Αυτό το ίδιο χαρτί, που κάποιες στιγμές το τσαλάκωνα ή το έσκιζα μέσα στην απογοήτευση,
στα νεύρα και στο θυμό μου
-βρίζοντας τη ζωή, για όσα δε μου πήγαιναν και δεν μου πάνε ποτέ καλά-
κάποιες φορές το ξαναμάζευα και προσπαθούσα να το ισιώσω και να το ξετσαλακώσω,
έτσι όπως επιθυμούσα να μπορούσα να κάνω στην καρδιά και στην ψυχή μου
και να ξανασυνδέσω τα κομμάτια του.
Να κρατήσω όλα όσα είχα γράψει, που τελικά ήταν πολύτιμα για μένα
και που μέσα σε μια στιγμή απελπισίας κατέστρεφα,
έτσι ακριβώς όπως σε μια στιγμή καταστρεφόταν η ζωή μου.
Κι έγραφα κι έσβηνα…
Και μια είχα χειμώνα, παγωνιά, θύελλα, αέρα και φουρτούνα μέσα μου
και μια κάπου κάπου ξεπρόβαλε μια μικρή ατίθαση ηλιαχτίδα,
περνούσε από μια μικρή χαραμάδα και μου ζέσταινε τα μέσα μου
στον μικρό παγωμένο κήπο της καρδιάς και μια μικρή υποψία άνοιξης άνθιζε πάλι…
Ώσπου κάποια στιγμή ξεπρόβαλε στ’ αλήθεια ένας ήλιος και η άνοιξη όρμησε ατίθαση και γελαστή,
μπήκε μέσα για τα καλά ζέστανε τα πάντα ο ήλιος άρχισε να δίνει παντού φιλιά και ο κήπος άνθισε,
πιάστηκαν μαζί χέρι χέρι κι άρχισαν το σουλάτσο ομορφαίνοντας και φωτίζοντας την πλάση.
Όλα γιατρεύτηκαν… κι ο έρωτας εμφανίστηκε και πήρε κι αυτός τη θέση του
εκεί που ως εκείνη τη στιγμή επικρατούσε η μαυρίλα, η παγωνιά και η θλίψη… και τις εξόρισε…

©️2025 Ξένια Ανδριοπούλου
Αρθρογράφος * Συγγραφέας

Ξένια Ανδριοπούλου

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Ένα ατίθασο πνεύμα, που βρήκε διέξοδο μέσα από τη δημιουργική γραφή. Σίγουρη για τον εαυτό της γιατί ξέρει πως ο μόνος δρόμος ανοιχτός είναι αυτός της καρδιάς. Γεννήθηκε και έζησε τα 2/3 της μέχρι τώρα ζωης της σε ένα όμορφο παραλιακό χωριό την Αβυθο Αιγιαλείας στο Αίγιο όπου και εκεί τελείωσε το Λυκειο. Δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικα ως υπεύθυνη καταστημάτων στον τομέα των πωλησεων και διετέλεσε υπάλληλος των ΕΛΤΑ επί δεκαετίας, ως τη στιγμη που οι αναζητήσεις της και το ανήσυχο της πνεύμα την έφερε στην Αθήνα όπου και ζει και δραστηριοποιείται επαγγελματικά και μόνιμα πια σ'αυτη . Απο μικρό παιδί λάτρευε το διάβασμα και έβγαζε τις εσωτερικές της ανησυχίες γράφοντας τις σκέψεις της ακόμα και πάνω σε χάρτινα τραπεζομάντηλα εστιατοριων .... Το πρώτο της βιβλίο, που θα περιλαμβάνει ποιητικό και πεζό λόγο βρίσκεται υπό έκδοση...

Αφήστε μια απάντηση