Ποίημα
Ακούω
να πέφτει η βροχή ασταμάτητα.
Δακρύζει το υπόστεγο
Μοναξιά
κρυώνουν τα άστεγα όνειρα,
με τόσο νερό
σβήνουν οι προσευχές
οι ανεκπλήρωτες.
Ακούω
παύσεις απέραντες
διαταράσσουν το σκοτάδι.
Η ώρα του βραδινού φαγητού
πώς προέκυψε αυτονόητη;
Αυτή τη νύχτα ξεψυχούν τα ζωντανά
όπως ο βήχας του περαστικού.
Κόμπος έγινε η έγνοια μου
Ακούω
ένα κλάμα κάπου, σαν παιδικό
δεν θα ρωτήσω γιατί.
Φοβάμαι μήπως θελήσουν
να μάθουν ποιά είμαι.
Είναι η ώρα της βροχής
Θα κάνω την ομπρέλα.
©2025 Κωνσταντίνα Ζαγάρη
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
