You are currently viewing Η Άποψη του Ποιητή * Παναγιώτη Κουμουνδούρου

Η Άποψη του Ποιητή * Παναγιώτη Κουμουνδούρου

Η ποιητική του Γιώργου Γάββαρη:
Ανάμεσα στο Φως, τη Σάρκα και την Ανυπαρξία

Γεννημένος το 1947 στη σκιερή αγκαλιά του Ταϋγέτου και στο δωρικό φως της Σπάρτης, ο Γιώργος Γάββαρης χάραξε
μια διαδρομή βαθιάεσωτερική. Για χρόνια υπηρέτησε την καθημερινή βιοπάλη ως τραπεζικός υπάλληλος, κρατώντας
όμως πάντοτε την ψυχή του ανοιχτή στην αθόρυβη, επίμονη τελετουργία της ποίησης, εκεί όπου ο χρόνος δεν
μετριέται με ώρες, αλλά με ανάσες και στίχους.
Η γραφή του δεν αναζητά τον εντυπωσιασμό. Είναι ένας χαμηλόφωνος ψίθυρος που ψάχνει το ουσιώδες μέσα
στο ελάχιστο. Με ιδιαίτερη αφοσίωση στις πυκνές φόρμες των χαϊκού, ο ποιητής συλλαμβάνει τις στιγμιαίες
αστραπές της ζωής, το πέρασμα των εποχών, τη μνήμη που επιμένει και τα αόρατα σημάδια που αφήνει
ο χρόνος στην ανθρώπινη ψυχή.

Οι ποιητικοί του σταθμοί αποτυπώνουν ανάγλυφα αυτό το ταξίδι:

Θίνα (2010) — η πρώτη ποιητική αμμοθίνα, όπου οι λέξεις σμιλεύονται από τον άνεμο της μνήμης.

Χωματόσποροι (2015) — λιτοί σπόροι γραφής, ριγμένοι με αγάπη στο χώμα της γενέθλιας γης.

Το δέντρο με τις λέξεις (2016) — μια καταφυγή σε κλαδιά φτιαγμένα από φωνήεντα και σιωπές.

Λάμψη Λεπιδόπτερων (2018) — η εφήμερη, εύθραυστη ομορφιά του κόσμου, εγκλωβισμένη σε 68 χαϊκού.

Ακούω ήχους να θερίζουν (2022) — η συγκομιδή των βιωμάτων, εκεί όπου ο αντίλαλος της φθοράς
γίνεται ποίηση.

 ἐνύπνιον ἦλθεν ὄνειρος (2025) — μια κατάδυση στο ρευστό τοπίο των ονείρων και της αρχαίας
καταγωγής των αισθημάτων.

Παράλληλα, ο Γιώργος Γάββαρης λειτουργεί ως άγρυπνος θεματοφύλακας της συλλογικής μνήμης.
Ως συλλέκτης, συγκεντρώνει και προσφέρει στον τόπο του πολύτιμες ψηφίδες από την ιστορία της
Λακωνίας, αποδεικνύοντας πως τόσο με τις λέξεις όσο και με τα αντικείμενα, η μέριμνά του
παραμένει μία: να διασώσει το πέρασμα της ομορφιάς από τη λήθη.
Ανάμεσα στη σάρκα που λαχταρά και στη σιωπή που παραμονεύει, η ποιητική φωνή του Γιώργου Γάββαρη
στήνει έναν χορό οριακό, γεμάτο φως, τραύμα και υπαρξιακή δίψα. Η γραφή του δεν είναι ένας ασφαλής
περίπατος σε γαλήνια τοπία, αλλά μια ακαριαία κατάδυση στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, εκεί όπου
ο έρωτας και ο θάνατος μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο.

Η ποιητική του αποτελεί μια βιωματική ιεροτελεστία στις οριακές περιοχές της ύπαρξης.
Εδώ, ο ερωτικός αισθησιασμός συμπλέκεται αδιάσπαστα με τη φθορά του χρόνου, τη μοναξιά και την αγωνία
του κενού. Με μια γλώσσα που αποτινάζει κάθε συμβατικό καλλωπισμό, ο ποιητής επιστρατεύει έναν υπαρξιακό
νεο-λυρισμό μπολιασμένο με εξπρεσιονιστική τόλμη. Ο στίχος του μετατρέπεται σε «σύρμα που γδέρνει τις αλήθειες»,
επιστρατεύοντας εικόνες οργανικές, σωματικές και μεταφυσικές για να απογυμνώσει το εσωτερικό τραύμα.

Κινούμενος ανάμεσα στο πρώτο φως του αγγίγματος και στο λυκόφως της ακατοίκητης μνήμης, ο Γάββαρης
διαμορφώνει ένα προσωπικό, ελεγειακό ύφος που αρνείται τις εύκολες παρηγοριές, διεκδικώντας την κάθαρση
μέσα από τη θαρραλέα αποδοχή του αναπόφευκτου. Στα πρώτα βήματα αυτού του ποιητικού ταξιδιού, στο ποίημα
«ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΚΙΡΤΗΜΑΤΑ», ο έρωτας αναδύεται ως μια πρωτόγονη, σχεδόν τελετουργική δύναμη:

Πόσο αγαπώ
αυτή τη δειλία των πρώτων ραντεβού
αυτή την ατολμία του φιλιού
και τα μπερδεμένα εκείνα λόγια !

Ο ποιητής θεολογεί το πάθος και στο ποίημα «ΓΙΑΤΙ Σ’ ΑΓΑΠΩ», όπου η γυναικεία μορφή ταυτίζεται απόλυτα με
την άγρια ομορφιά της φύσης.

Γιατί είσαι μελαχρινή σαν τα βουνά.
Γιατί τα μαλλιά σου κομματιάζουν δάση.
[…] Γιατί οι ώμοι σου έχουν το χρώμα της ερήμου.
[…] Γιατί στα χείλη σου ένα αστέρι μάτωσε.

Ο έρωτας μεταμορφώνεται στην μόνη πατρίδα για τον εκτοπισμένο, τη μοναδική γέφυρα πάνω από την άβυσσο:

…σέρνομαι προς την εικόνα σου
σαν εξόριστος που ακούει το κάλεσμα

Όμως, η φωτεινή αυτή έξαρση γρήγορα διακλαδώνεται στις σκιές του χρόνου.
Στο ποίημα «ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ», ο Γάββαρης στέκεται μπροστά στην ύλη που παλεύει να διασώσει
τη μνήμη από τη λήθη:

Πέτρες αδούλευτες, είναι από μέσα τα γλυπτά
σωριασμένες τρέμουν για να κρατηθούν οι μνήμες.

Ενώ στο ποίημα «ΕΣΒΗΣΑΝ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ», βαδίζει σε ακατοίκητα σπίτια με τριμμένα ξύλα
αναζητώντας τα πρώτα του ποιήματα, για να ανασύρει τελικά την πιο γυμνή, σπαρακτική αλήθεια.

Όλα μου τα ’σβήσε ο καιρός.
Δεν βρήκα
παρά τα χέρια της μητέρας γαντζωμένα
στο ξεφλουδισμένο περβάζι.
Κι΄ ένα χαμόγελό της ξεχασμένο
για πάντα ψηλά στα εικονίσματα..

Με μια οξυδερκή και σχεδόν αμείλικτη ματιά, ο ποιητής στρέφει το βλέμμα του και στη
σύγχρονη ερημία. Στο ποίημα «21ος ΑΙΩΝΑΣ», η εποχή μας αποτυπώνεται σαν μια λεωφόρος
απελπισίας και απομόνωσης:

Ανυψώσαμε την απληστία σε νόμο ζωής.
[…] Αληθινή σημασία έχει το απλό περιστατικό πως ολοένα
και πιο μόνοι γινόμαστε.
Πληθαίνουμε και μοναξιάζουμε.

Παράλληλα, στο ποίημα «ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ», η ίδια η ύπαρξη παρομοιάζεται
με μια άδεια σκηνή όταν σβήσουν τα προβολικά φώτα:

Τέλεια η παράσταση σβήσανε τα φώτα.
[…] Και οι μάσκες πάνω στη σκηνή μορφάζουν
με τον αρχαίο πόνο τους ψηλά σταυρωμένες.
[…] πως μοιάζει με την άδεια τους ψυχή
που κάθε βράδυ από αγάπη πεθαίνουν μες τα φώτα…

Κι όμως, μέσα σε αυτό το λυκόφως, η ποίηση δεν έρχεται να χαϊδέψει,
ούτε να λειτουργήσει ως ναρκωτικό.
Στο ποίημα «ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ», ο ίδιος ο ποιητής ορίζει την τέχνη του με τρόπο
αιχμηρό και απογυμνωμένο:

Βελούδινοι
δεν είναι οι στίχοι
ηρεμιστικό.
Σύρμα είναι και γδέρνει τις αλήθειες.
Γροθιά και φτύνεις δόντια
πόνος ουρλιαχτό.

Αν αναζητήσουμε την αισθητική ταξινόμηση αυτής της γραφής, η ποίηση του Γιώργου
Γάββαρη εγγράφεται στον πυρήνα του υπαρξιακού νεο-λυρισμού, μπολιασμένου με έντονα
στοιχεία εξπρεσιονισμού. Από τη μία πλευρά, διατηρεί τη θερμή, εξομολογητική διάθεση
όπου το «εγώ» συνομιλεί με τη φύση, τον έρωτα και το πέρασμα του χρόνου.
Από την άλλη, οι κοφτές, σχεδόν βίαιες μεταφορές του συγγενεύουν με την
εξπρεσιονιστική αισθητική, καθώς δεν διστάζουν να διαρρήξουν την ωραία εικόνα
για να απογυμνώσουν την εσωτερική κραυγή, τον αγώνα και το ψυχικό τραύμα.

Παράλληλα, η γραφή του διαποτίζεται από μια βαθιά σκοτεινή και μεταφυσική διάθεση,
η οποία συνομιλεί διαρκώς με το παράλογο της ανθρώπινης μοίρας.
Στο ποίημα «ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ», η σάρκα συναντά την ανυπαρξία:

Εκεί όπου το παν είναι
το τίποτα.
Εγώ που δεν είμαι κανένας
θα γίνω άπειρο.

Ενώ στο ποίημα «Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ», αποτυπώνεται η τραγική πάλη του πνεύματος
με την υλική υπόσταση:

Παράτησα την άυλη μορφή μου
και ντύθηκα την ύλη.
[…] Δεν άντεξα – δεν άντεξα
και άνοιξα ευθύς τα χέρια
στη γη να σταυρωθώ…

Η γραφή του Γιώργου Γάββαρη είναι μια θαρραλέα ομολογία.
Στο ποίημα «ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΤΟΝ ΕΙΔΑ», μας καλεί να σταθούμε
όρθιοι απέναντι στο αναπόφευκτο και, όπως ο δικός του Λάζαρος:

[…] είδα έναν Λάζαρο
από το μνήμα ν΄ αναδύεται
[…] Κι΄ ευθύς ως με προσπέρασε
είδα το πρόσωπό μου…
να αναπηδήσουμε από τη νύχτα του θανάτου,
διεκδικώντας την ομορφιά που μόλις ανακαλύψαμε.

Σε έναν κόσμο που βιάζεται να καταναλώσει συναισθήματα και να προσπεράσει τη σιωπή,
η ποίηση αυτή στέκει σαν ακατέργαστο μάρμαρο μέσα στον χρόνο. Δεν ζητά την έγκριση του
αναγνώστη, ούτε προσφέρει εύκολες παρηγοριές, απαιτεί τη συναισθηματική του εμπλοκή.
Είναι μια φωνή που μας θυμίζει πως, ακόμα κι όταν τα φώτα σβήνουν
και η αυλαία πέφτει, η αληθινή τέχνη μένει εκεί, σαν το ξεχασμένο χαμόγελο
στα εικονίσματα, να μας καλεί να ξαναβρούμε το χαμένο μας πρόσωπο μέσα στο άπειρο.

©2025 Παναγιώτης Κουμουνδούρος
Αφιέρωμα στην ποίηση Γιώργου Γάββαρη

Παναγιώτης Κουμουνδούρος

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ * ΠΟΙΗΤΗΣ Κάτοικος Σπάρτης, με εργασία στην Επαγγελματική Εκπαίδευση εκπαιδευτικός Μηχανολόγος στη ειδικότητα. Μετανάστης για δέκα χρόνια στη Γερμανία εμένα και δούλευα έξω από το Dortmund στο Castrop-Rauxel. Σήμερα καθηγητής στο 1ο ΕΠΑΛ.Λ.ΣΠΑΡΤΗΣ - αρθρογράφος σε πολλά σημαντικά λογοτεχνικό και πολιτικ;o-κοινωνικά site e-enimerosi.com (ομογένεια Γερμανίας) - spartorama.gr

Αφήστε μια απάντηση