
Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ήταν ζευγάρι αυτοί οι δυο. Η Ματίνα ήταν η χαρά της ζωής. Ένα χαμόγελο που περπατούσε. Ο Νίκος αγέλαστος και γκρινιάρης. Βέβαια, αυτός χαρακτήριζε τον εαυτό του λογικό και ρεαλιστή. Οι φίλοι τους, όμως, δεν είχαν την ίδια γνώμη. Αιωνίως παραπονιόταν για την κυβέρνηση, την κρίση, τη δουλειά του. Η ζωή ήταν γι’ αυτόν μια πάλη για την επιβίωση. Για την Ματίνα, πάλι, ένα στοίχημα που πρέπει να κερδίσεις.
«Εμείς έλκουμε τα γεγονότα ανάλογα με τον τρόπο που σκεφτόμαστε», έλεγε η Ματίνα.
«Αηδίες. Η πραγματικότητα είναι σκληρή και εμείς παλεύουμε να ξεφύγουμε από τα νύχια της».
«Η ζωή έχει γλυκιά γεύση, αν θέλεις. Θετική σκέψη χρειάζεται».
«Όταν οι άνθρωποι πηδάνε από τα μπαλκόνια, δεν μπορείς να έχεις θετική σκέψη».
Αυτοί οι δυο άνθρωποι αγαπιόντουσαν παρόλο που δεν ταίριαζαν. Καθόλου; Ίσως να ταίριαζαν σε ένα επίπεδο βαθύ, μη ορατό στους άλλους. Κοιτούσαν στην ίδια κατεύθυνση και έβλεπαν διαφορετικά πράγματα.
Ο Νίκος πάλευε να της αλλάξει μυαλά, να την προσγειώσει, όπως έλεγε. Η Ματίνα πάλι προσπαθούσε να του μεταδώσει λίγη αισιοδοξία. Φανταζόταν πόσο δύσκολη ήταν η ζωή γι’ αυτόν και δεν το άντεχε. Τον αγαπούσε.
Το ατύχημα επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους του Νίκου. Πάντα φοβόταν τα τροχαία, ειδικά αυτά που γίνεσαι θύμα χωρίς να φταις. Εκείνο το πρωινό κάποιος πέρασε με κόκκινο κι έπεσε πάνω του. Το αυτοκίνητο διαλύθηκε και αυτός κατέληξε με πολλαπλά κατάγματα στο νοσοκομείο να παλεύει για τη ζωή του. Η Ματίνα ωχρή έξω από την εντατική προσευχόταν όλη την ώρα. Έγιναν απανωτά χειρουργεία, κινδύνεψε δεκάδες φορές μέχρι να σταθεροποιηθεί η κατάσταση και να αρχίσουν οι γιατροί να αισιοδοξούν.
Την ημέρα που άνοιξε τα μάτια του, η Ματίνα ένιωσε πως της χάρισαν τον κόσμο όλο. Τον φίλησε με λατρεία, απαλά, για να μην τον πονέσει. Εκείνος της χαμογέλασε και έσφιξε το χέρι της. Δεν είπαν λέξη. Ο Νίκος ένιωθε πως πονούσαν μέχρι και οι ρίζες των μαλλιών του. Σαν να πέρασε οδοστρωτήρας από πάνω του.
«Πόσο καιρό είμαι έτσι;» ψέλλισε ύστερα από ώρα.
«Είναι σχεδόν ένας μήνας».
Ξανάκλεισε τα μάτια για λίγο.
«Ματίνα, θέλω να ζήσω. Μ’ ακούς; Θέλω να ζήσω. Μαζί σου».
«Αυτό θα γίνει σίγουρα, αγάπη μου, αρκεί να το θέλεις όσο εγώ».
Την κοίταξε, και μια θαμπή λάμψη φώτισε τα βουρκωμένα του μάτια.
«Κάποτε μου είπες πως ό,τι οραματίζεσαι με όλο σου το πάθος, γίνεται πραγματικότητα. Τώρα το έχω ανάγκη».
Η Ματίνα χαμογέλασε και του φίλησε το χέρι.

