Οι επιθυμίες του Αλή. Ιράκ- Πρόσεχε τι εύχεσαι γιατί μπορεί να το αποκτήσεις

Οι επιθυμίες του Αλή. Ιράκ- Πρόσεχε τι εύχεσαι γιατί μπορεί να το αποκτήσεις

Ο Χουσεΐν, φτωχός, χωρίς δουλειά, είπε στους γύρω:
– Θα κάνω απόψε μια ευχή στον Αλλάχ, κι αν μ ‘ ακούσει, σίγουρα το ριζικό μου θ’ αλλάξει.
Τότε ο γέρο-Μουταλέμπι γύρισε και τού ’πε:
– Ο Θεός μπορεί να σου δώσει αυτό που θα του ζητήσεις, όμως ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις αν αυτό που του ζήτησες ήταν αυτό που έπρεπε…
– Γιατί το λες αυτό; ρώτησε ο Χουσεΐν
Άκου μια ιστορία παλιά για τον Αλή και σίγουρα θα καταλάβεις:

Οι Επιθυμίες του Αλή

Ανάμεσα στο πλήθος που κυκλοφορούσε στην ξακουστή Βαγδάτη, την ένδοξη πρωτεύουσα του Χαλιφάτου των Αβασσιδών, ήταν κι ο Αλής. Ούτε άρχοντας ήταν ο Αλής, ούτε πλούσιος. Ένας απ’ τους πολλούς τους φουκαράδες ήταν, που γύριζε στην αγορά προσπαθώντας να βρει τρόπο να γεμίσει την κοιλιά του, πράγμα που σπάνια το κατάφερνε.

Όμως, μ’ όλο που η πείνα του ήταν μεγάλη, και τα κουρέλια που φορούσε όλο τρύπες, και μ’ όλο που δεν είχε τίποτα δικό του ο Αλής, κάθε βράδυ έπλαθε όνειρα και με τη φαντασία του έστηνε πύργους και παλάτια.

Έβλεπε τα λαμπρά κτίρια της Βαγδάτης, τους πλούσιους άρχοντες κι εμπόρους με τις φανταχτερές στολές, και ξεχνώντας την κακομοιριά του οραματίζονταν ότι γίνεται όμοιος μ’ αυτούς.

Μια μέρα τον φώναξε ο Χασάν:

  • Αλή, η αγορά δεν έχει σήμερα να μας δώσει τίποτα. Τι λες; Πάμε στους σκουπιδόλακκους να ψάξουμε μπας κι έχουν τίποτα που ν’ αξίζει;
  • Πάμε, είπε ο Αλής.

Σε λίγο είχαν χωθεί μες στα σκουπίδια και τ’ ανακάτευαν με προσοχή. Εκεί που ανακάτευε άχρηστα πράγματα, ο Αλής είδε ένα χαρτί. Το τράβηξε. Ήταν ένα ποίημα. Θυμήθηκε τα λόγια του σοφού:

«Η λάμψη κι απ’ το πιο λαμπρό πετράδι, είναι τίποτα μπροστά στη λάμψη ενός ωραίου στίχου».

Έσκυψε πάνω στο χαρτί και, με τα λίγα που ήξερε, διάβασε με δυσκολία:

Τάχα και ποιος δεν ζήλεψε τη ζωή του ήρωα Αλή;

Έτρωγε πλάι στο βασιλιά από το ίδιο πιάτο!

Είχε κοντά του τις πιο εκλεκτές κι ωραίες γυναίκες!

Κι όταν πέθαινε

όλος ο λαός ήταν γύρω του!

Ο Αλής ξάπλωσε πάνω στα σκουπίδια. «Μάλιστα, σκέφτηκε, αυτή είναι ζωή, όχι η δική μου. Δες μωρέ, Αλής κι αυτός, Αλής κι εγώ». Και σιγά-σιγά, ξεχάστηκε να φαντάζεται όλες τις λεπτομέρειες της ζωής του ήρωα που ύμνησε ο ποιητής. Καμιά φορά ο Χασάν κουρασμένος τον πλησίασε:

  • Τι ξάπλωσες Αλή; Αν έβγαινε έτσι το φαΐ, κανείς δεν θα ‘χε παράπονα.
  • Βρήκα ένα ποίημα, Χασάν.
  • Τα ποιήματα είναι καλά στη χώνεψη. Άμα όμως δεν φας, η αξία τους είναι πιο μικρή κι από το τίποτα.

Όμως ο Αλής δεν είχε την ίδια γνώμη. Το φύλαξε προσεχτικά, και κάθε που τού’ μενε καιρός το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε, ώσπου το ‘μαθε απ’ έξω. Διαρκώς γύριζε τους στίχους στο μυαλό του. Τού’ γινε καημός, μαράζι, πάθος. Μη βλέποντας όμως άλλο τρόπο να μοιάσει κι αυτός του Αλή του ήρωα, όπως όλοι οι απελπισμένοι, στράφηκε στον Αλλάχ. Έκανε και ξανάκανε ευχές, μα θες γιατί έπεσαν πολλές ευχές, θες γιατί είχε άλλες δουλειές ο Αλλάχ, δεν φρόντιζε το φουκαρά τον Αλή.

Και τότε ο Αλής πήρε τη μεγάλη απόφαση: Δούλεψε σκληρά, μάζεψε κάμποσους παράδες, και σαν έφτασε η εποχή του προσκυνήματος στη Μέκκα, τράβηξε κι αυτός στα Άγια μέρη όπου σίγουρα ο μεγάλος Αλλάχ, που θα βρισκόταν και πιο κοντά του, θ’ άκουγε την επιθυμία του. Σαν έφτασε στη Μέκκα, ο Αλής τράβηξε στο Βε’ΐτ Αλλάχ, το άγιο τέμενος, προχώρησε ανάμεσα από τις αψίδες, τις κολόνες, τους θόλους και τα ιερά και τους εφτά μιναρέδες, κι έφτασε στο κέντρο της αυλής όπου υψώνεται η Καάμπα. Πλησίασε ευλαβικά την άγια πέτρα και ψιθύρισε:

  • Μεγάλε Αλλάχ, άκουσε αυτό το ποίημα! Κι αφού επανέλαβε το ποίημα στον Αλλάχ, τελειώνοντας του είπε:
  • Δώσ’ μου κι εμένα ότι έδωσες σ’ αυτόν! Κάνε να τρώω πλάι στο βασιλιά απ’ το πιάτο του. Κάνε να’ ναι κοντά μου οι πιο ωραίες γυναίκες, κι όταν πεθάνω ας είναι γύρω μου όλος ο λαός.

Σαν τελείωσε την προσευχή του ο Αλής ξαλάφρωσε. Αισιόδοξος, πήρε πάλι το δρόμο του γυρισμού. Κουρασμένος και ταλαιπωρημένος, αντίκρισε τέλος τα τείχη της Βαγδάτης. Μόλις όμως έφτασε στη μεγάλη πύλη, ξαφνικά τον πλησίασαν δυο βαθμοφόροι.

  • Τι λες Χαλήλ; Αυτός θαρρώ κάνει για το Χαλίφη, είπε ο ένας.
  • Σίγουρα κάνει, αποκρίθηκε ο Χαλήλ.
  • Εμπρός, έλα εσύ μαζί μας στο παλάτι!

Ο Αλής αμέσως υπάκουσε και γεμάτος χαρά σκέφτηκε:

«Μ’ άκουσε ο Αλλάχ, μεγάλο τ’ όνομά του».

Πέρασαν την πύλη, ανέβηκαν τις σκάλες και μπήκαν στο παλάτι. Εκεί τα ‘χασε πια ο φουκαράς ο Αλής. Δεν χόρταινε να βλέπει τα λεία πολύχρωμα μάρμαρα, τα βαρύτιμα παραπετάσματα με τα ολοζώντανα κεντήματα που στόλιζαν τους τοίχους, τα παχιά και μαλακά χαλιά που σ’ έκαναν να νομίζεις ότι περπατάς σ’ απαλά σύννεφα του παραδείσου.

«Αυτή είναι ζωή!» σκέφτηκε ο Αλής. Κι ευχαριστημένος έτριψε τα χέρια που ο μεγάλος Αλλάχ άκουσε την ευχή του, και τώρα αυτός ο ασήμαντος φουκαράς τα ‘βλεπε όλα τούτα που ίσως ποτέ να μην τ’ αντίκριζαν τα μάτια του. Στην πιο λαμπρή αίθουσα, σ’ ένα θρόνο όλο σμάλτο και χρυσό, με την πιο φανταχτερή στολή που υπάρχει, κάθο­νταν κίτρινος κι άχαρος ο Μεγάλος Χαλίφης.

Έπεσαν χάμω μπροστά του κι ο ένας αξιωματικός είπε με σεβασμό:

  • Μεγάλε στους πιο μεγάλους, ένδοξε στους ένδοξους και θαυμαστέ στους θαυμαστούς, σου φέραμε αυτόν εδώ. Αν θέλεις τον κρατάς.

Ο Χαλίφης κοίταξε με προσοχή τον Αλή.

  • Καλός είναι! Ν’ αλλάξει.

Αμέσως δούλες τον πήραν μέσα, τον έγδυσαν, τον πλύνανε, τον χτένισαν, του φτιάξανε τα γένια, τον έραναν με μυρωδιές, τον ντύσανε ωραία χρυσοκίτρινα ρούχα, κι έτοιμο πια τον στήσανε μπροστά σ’ ένα καθρέφτη. Τά’ χασε ο Αλής.

  • Βρε, βρε, ψιθύρισε, τι αρχοντιά και τι ομορφιά μού κρύβανε τα κουρέλια!

-Έλα, Αλή! Του ‘πε ένας αυλικός, πάμε στο Χαλίφη. Και τον οδήγησε πάλι στην λαμπρή και μεγάλη αίθουσα.

 

 

Ο Χαλίφης του ‘δειξε μια θέση πλάι του κι ο Αλής αμέσως κάθισε. Ένας αξιωματούχος χτύπησε τα χέρια, και τότε τρέξανε αμέσως ωραίες σκλάβες, κρατώντας σε δίσκους και σουπιέρες τα πιο διαλεχτά, τα πιο σπάνια φαγητά και τα άπλωσαν μπροστά τους.

Ο Χαλίφης γύρισε στον Αλή.

  • Φάε λοιπόν!

Άλλο που δεν περίμενε ο Αλής. Ρίχτηκε στα φαγητά κι έπαιρνε από το ένα κι έπαιρνε από το άλλο, κι όλα του φαίνονταν θαυμάσια. Κι ενώ έτρωγε σκέφτονταν κιόλας: «Για δες δύναμη που την έχει ο Αλλάχ! Αμέσως μια κι ήταν θέλησή του με ‘μπάσαν στο παλάτι, κι αμέσως με βάλανε να τρώω πλάι στο Χαλίφη». Κι ενώ σκέφτονταν, δεν σταμάταγε ν’ απλώνει και να τρώει διαρκώς απ’ όλα, τόσο που άρχισε να νοιώθει την κοιλιά του έτσι χορτάτη όσο δεν την έχει νοιώσει ποτέ του πριν.

Η ζέστη του μεσημεριού άρχισε να γίνεται βαριά. Ο Χαλίφης τράβηξε να ξαπλώσει, και τότε ένας υπηρέτης πλησίασε τον Αλή.

  • Πάμε να σου δείξω το δωμάτιό σου! τού  ‘πε.

Σηκώθηκε ο Αλής, κι ενώ ακολουθούσε τον υπηρέτη σκέφτηκε πάλι: «Όλα τα φρόντισε ο Αλλάχ!».

Μπήκαν σ’ ένα ωραίο δωμάτιο. Χαμογέλασε από ευτυχία ο Αλής και είπε:

  • Τυχερός είμαι!

Μα ο υπηρέτης κούνησε το κεφάλι του με λύπη και του είπε:

  • Τύχη, φουκαρά, το λες αυτό;

Ξαφνιάστηκε ο Αλής.

  • Δεν είναι τύχη να μπω εγώ, ο πιο φτωχός απ’ τους φτωχούς, στο παλάτι, να τρώω πλάι στο Χαλίφη ό,τι τρώει αυτός, και να κοιμάμαι σ’ ένα τόσο ωραίο δωμάτιο;
  • Αμ’ δεν σε ‘φέραν απ’ αγάπη. Κι αυτά που έφαγες δεν στα  ‘δωσαν από καλοσύνη, φουκαρά μου.
  • Τους φώτισε ο Αλλάχ, είπε ο Αλής.
  • Σίγουρα είσαι λειψός από μυαλό. Σε φέρανε για δοκιμαστή των φαγητών του Χαλίφη. Ως τώρα έχουν φέρει δώδεκα. Κανείς δε γλύτωσε το δηλητήριο…

Ο Αλής χλόμιασε. Τα τόσο ευχάριστα γουργουρητά της χορτάτης κοιλιάς του σταμάτησαν απότομα από την αγωνία. Όλα αυτά τα ωραία φαγητά, λες και πέτρωσαν ξαφνικά και του βαραίνανε το στομάχι. Η αναπνοή του έγινε δύσκολη.

  • Αμάν, τι έπαθα! άρχισε να φωνάζει, πώ-πώ, κι έτρωγα όλο όρεξη. Τέτοιο φαί να λείπει. Καλύτερα λίγο ξερό ψωμί δίχως λαχτάρα, παρά φασιανοί μ’ αυτή την αγωνία. Α πα πα. Δεν ξαναγγίζω τίποτα…
  • Τώρα είναι αργά φουκαρά. Έναν που αρνήθηκε τον κρέμασαν.

Ο Αλής άρχισε να τρέμει.

Τη νύχτα έπεσε απελπισμένος στο κρεβάτι κι όλο αναστέναζε ο δύστυχος, ανακαλύπτοντας κάπως αργά ότι δεν είναι πάντα ευτυχία να τρως μαζί με το Χαλίφη. Κι αυτό το μαρτύριο συνεχίστηκε την άλλη μέρα και την παράλλη. Κάθε μπουκιά και μια λαχτάρα. Κάθε φαΐ και μια αγωνία. Αντί να τα τρώει τον έτρωγαν. Και στο μεταξύ, τα πράγματα χειροτέρευαν στο χαλιφάτο. Ο λαός αγρίευε, η πείνα μεγάλωνε κι η χώρα γέμισε ληστές που όλο αύξαιναν κι όλο γίνονταν πιο τολμηροί, κι έφτασαν να κλέβουν τα βασιλικά ταμεία. Αναγκάστηκε ο Χαλίφης να κάνει οικονομίες. Κι ένα μεσημέρι, σαν τού ‘παν πως πέθανε ο ευνούχος του χαρεμιού, ο Χαλίφης είπε:

  • Γιατί να πάρουμε άλλον και να ‘χουμε έξοδα διπλά; Κάντε τον Αλή ευνούχο.

Φώναξε, έκλαψε ο Αλής, μα όπως λέει και το ρητό: «Το ψιθύρισμα του δυνατού σκεπάζει τα ξεφωνητά του αδύνατου».

Κι έτσι ο Αλής άρχισε τα νέα καθήκοντά του, τριγυρίζοντας μέσα στο χαρέμι ανάμεσα στις πιο ωραίες και προκλητικές γυναίκες του χαλιφάτου, ανακαλύπτοντας, κάπως αργά πάλι, ότι δεν είναι αρκετό να ‘χεις πλάι και γύρω σου τις πιο ωραίες γυναίκες. Χρειάζεται και κάτι άλλο! Κι όσο τις έβλεπε κοντά του λικνιστικές, γεμάτες γοητεία, με σάρκες φιλντισένιες να πηγαινοέρχονται ημίγυμνες, τόσο γίνονταν και πιο δυστυχισμένος. Τον έτρωγε στο χαρέμι ο καημός και στο φαί η αγωνία και σιγά-σιγά αδυνάτιζε ο Αλής. Τέλος, μια μέρα έπεσε άρρωστος. Κι ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα του στο παλάτι, γιατί αν κι ένοιωθε άσκημα, δεν θα πήγαινε στο χαρέμι και δεν θα ‘τρωγε πλάι στο Χαλίφη. Όμως κατά το απογευματάκι άκουσε φασαρία. Ένας από τους υπηρέτες μπήκε αναστατωμένος στο δωμάτιό του.

-Άστα, Αλή! Βάλανε δηλητήριο στο φαί του Χαλίφη σήμερα.

-Τ ι μου λες!

  • Μόλις το δοκίμασε ένας δούλος, μια κι έλειπες εσύ, έπεσε κάτω νεκρός…
  • Πω πω! Δόξα να ‘χει ο Αλλάχ, τυχερός είμαι.
  • Τι τυχερός βρε φουκαρά Αλή, που ο Χαλίφης έγινε θηρίο και νομίζει πως έκανες επίτηδες τον άρρωστο γιατί το ‘ξερες κι είσαι συνένοχος. 

Δεν πρόφτασε να σκεφτεί το νέο κακό που τον βρήκε ο Αλής και όρμησαν οι στρατιώτες μέσα, τον σήκωσαν έτσι άρρωστο, και τον έσυραν άγρια μπροστά στο Χαλίφη. Και τότε αυτός, με την ένρινη αντιπαθητική φωνή του, τσίριξε:

  • Άθλιε, σ’ έμπασα στο παλάτι, σε χόρτασα με τα πιο ωραία φαγητά, σ’ έμπασα στο χαρέμι με τις πιο ωραίες γυναίκες, σού’ δωσα ρούχα, στέγη, αξιώματα, και συ θέλησες να με σκοτώσεις. Εμπρός! στην πλατεία να τον πάτε, φώναξε στους φρουρούς, να του κόψει ο δήμιος το κεφάλι, του αχάριστου, και να φωνάξετε όλο το λαό της Βαγδάτης να ‘ναι γύρω του να δει πώς τιμωρεί ο Χαλίφης τους προδότες!

Κι έτσι έμαθε, κάπως αργά, ο φουκαράς ο Αλής, πως δεν είναι πάντα ευτυχία να ‘ναι όλος ο λαός γύρω σου όταν πεθαίνεις. Και πως ό,τι ζητά κανείς απ’ τον Αλλάχ, δεν είναι πάντα αυτό που πρέπει.

Πηγή: «Οι λαοί μιλάνε» Άλκης Παπάς Εκδόσεις Αστάρτη

Αγγελή Γεωργία      www.angeligeorgia.gr 

Γεωργία Αγγελή

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ - ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ Είμαι αφηγήτρια, ραδιοφωνική παραγωγός και συγγραφέας. Κάνω ραδιοφωνικές εκπομπές από το 2013, απόφοιτη της Σχολής αφηγηματικής τέχνης, έχω σπουδάσει επιμέλεια και διόρθωση κειμένων, μελετώ το λαϊκό παραμύθι. Στόχος μου η διάδοση του μύθου και του παραμυθιού, αλλά και του καλού βιβλίου τόσο για ενήλικες όσο και για παιδιά.