Διηγηματική – Σατιρική Ιστορία Α΄Μέρος
Καλωσορίσατε στο μαγαζάκι των θαυμάτων!
Εδώ όπου όλα γίνονται και όλα μπορούν να λυθούν.
Αν σας εγκατέλειψαν, θα επιστρέψουν σε εσάς. Αν σας απέρριψαν θα το μετανιώσουν. Αν η καρδιά σας πονά, θα τη γιατρέψουμε. Αν έχετε καυγάδες, θα τους λύσουμε. Αρκεί να μας βρείτε !
Μπορεί να μας βρείτε στο κτήμα κάποιον πλουσίων, στον ξενώνα ενός σπιτιού, στα ερείπια ενός κτηρίου. Αρκεί μόνο να μας προλάβετε.
Η Πολετίν δίπλωσε το διαφημιστικό φυλλάδιο και το έκρυψε στην εσωτερική τσέπη του παλτού της. Η Ψυχούλα την κοίταξε εκνευρισμένη, νιώθοντας το κεφάλι της έτοιμο να εκραγεί μέσα στο στενό της καπέλο. Βαδίζανε βιαστικές στην καρδιά της παλιάς αγοράς με την ελπίδα ότι κανείς δε θα τις δει.
«Τι είναι αυτό; Κάτι σαν μεταφερόμενη αγορά;»
«Αυτό έχεις μόνο να πεις;» είπε γυρνώντας με συντομία στο μέρος της η Πολετίν.
«Φυσικά. Θα έπρεπε να πω και κάτι άλλο. Μιας και γυρνώντας από το ταξίδι ακούω τους γονείς μου να λένε: Ψυχούλα, χρυσό μας παιδί. Τα οικονομικά μας πήραν τον κατήφορο. Πρέπει να παντρευτείς. Πόση απέραντη ευτυχία …»
«Ίσως να μην είναι όσο άσχημα τα βλέπεις», θέλησε να πει η Πολετίν, όμως η Ψυχούλα την έκοψε με μια κίνηση του χεριού της.
«Κοίτα να κάνεις τη δουλειά σου σωστά. Την τελευταία φορά πήγαμε σε τσίρκο, για να βρούμε έναν φακίρη πάνω σε καρφιά».
Η Πολετίν όμως, συναρπασμένη από την ανάμνηση των ελεφάντων στο Παριζιάνικο τσίρκο, της θύμισε ότι το τσίρκο της υπαίθρου ήταν γεμάτο από μαγγανείες και ινδικά τεχνάσματα. Τα πάντα μπορείς να βρεις. Μέχρι και ξόρκια από Αφρικανές μάγισσες. Έπαυσε το βήμα και την τράβηξε δίπλα της.
«Εκεί πάνω» είπε κοιτώντας δύο μέτρα ψηλότερα από τα γείσο του καπέλου της. Η Ψυχούλα αναγνώρισε τα παλιά γραφεία της εφημερίδας ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΉ, που είχαν εγκαταλειφθεί προ αιώνων και είχε πλέον για θαμώνες αράχνες και ποντίκια.
«Θα αστειεύεσαι βέβαια» τόλμησε να πει.
Η Πολετίν παρέμεινε απτόητη.
«Αν το δεις σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμά, τα ταπώματα έχουν γεμίσει τρύπες»
«Νομίζω είδαμε αρκετά. Ας φύγουμε τώρα»
Η Ψυχούλα έκανε μεταβολή, όμως η αγαπημένη της φίλη τη σταμάτησε πατώντας τη φούστα της.
«Δεν έχεις να πας πουθενά. Η πόρτα είναι ξεκλείδωτη μόνο για εμάς»
Πέρασε το μπράτσο της στο δικό της και με χίλιες επιφυλάξεις την έσυρε μέχρι την καγκελένια πορτούλα. Από εκεί θα οδηγούνταν στα στενά απότομα σκαλάκια και έπειτα στην είσοδο του παλιού γραφείου. Η Ψυχούλα φοβήθηκε ότι μ΄ένα ακόμα πάτημα της φούστας της, θα γκρεμιζόταν. Έφτασαν στο πλατύσκαλο. Η Πολετίν σιγουρεύτηκε από νωρίς το πρωί ότι οι υπάλληλοι του μαγαζιού θα την περιμένανε. Το πώς τα κατάφερε να τους εντοπίσει παρέμεινε απλά μυστήριο.
Ο ιδιοκτήτης κατηγορήθηκε από την αστυνομία για μαγεία και αποπλάνηση απελπισμένων και αθώον ανθρώπων. Παρόλα αυτά, δεν τον είχε δει κανείς μέχρι τώρα. Η μόνιμη εστία διαλύθηκε και πλέον λειτουργούσε κινητά και παράνομα. Η Ψυχούλα άκουσε ήχους από τη μικρή πόρτα στο ισόγειο. Κάποιος παραμόνευε απ΄έξω. Η Πολετίν ξερόβηξε και χτύπησε διακριτικά την πόρτα. Άξαφνα το Πολετίν Σερεζέν μετατράπηκε σε Παυλίνα Σερζίνη. Έπειτα το ψηλόλιγνο κορίτσι έγνεψε με νόημα προς την Ψυχούλα να μη μιλήσει.
Η πόρτα άνοιξε και μαζί της άνοιξε ένα πέρασμα σε ένα απίστευτο κόσμο. Στην αριστερή μεριά στοιχίζονταν τραπέζια στρωμένα με βελούδινα υφάσματα. Πάνω του άδεια γυάλινα μπουκάλια χωρίς περιεχόμενο. Τα ελιξίρια δεν φαίνονταν πουθενά. Πιθανόν να κρύβονταν πίσω από την πράσινη πόρτα που χώριζε τον όροφο σε δυο σημεία.
Η Πολετίν και η Ψυχούλα στάθηκαν απέναντι σ΄έναν νεαρό πολίτη που η εμφάνιση του θύμιζε γραμματέα. Εκείνος τις κοίταξε ξεχωριστά και φάνηκε από το πρώτο βλέμμα να γνωρίζει την όλη κατάσταση.
«Το πεπρωμένων φυγείν αδύνατον» είπε και ετοιμάστηκε πάλι να γυρίσει στην όποια δουλειά είχε πριν. Η Ψυχούλα ξεροκατάπιε πλημμυρισμένη από αγωνία. Άνοιξε το πράσινο τσαντάκι της και έβγαλε μερικά χαρτονομίσματα.
«Πόσα ζητάτε από εμένα… Για να γλιτώσω».
Ο υπάλληλος είδε πως η νέα πελάτισσά είναι σε απελπιστική κατάσταση. Σχεδόν τη λυπήθηκε. Πλησίασε στο διπλανό τραπέζι όπου μια μελαχρινή δεσποινίδα παρασκεύαζε βότανα. Έγειρε προς τη μεριά της και της ψιθύρισε κάτι πολύ εμπιστευτικά. Εκείνη πάγωσε για λίγο και φάνηκε να του είπε πως αυτό που ζητά δε γίνετε.
«Πήγαινε», ακούστηκε να λέει ο νεαρός πωλητής. Εκείνη έριξε μια γρήγορη ματιά στις δυο πελάτισσές και κατευθύνθηκε προς την πράσινη πόρτα. Η Ψυχούλα διέκρινε την άκρη μίας καπαρντίνας και ενός καστόρινου γείσου , στο άνοιγμα της.
«Αυτός είναι! Πολετ…» πρόλαβε να πει πριν η φίλη της την σταματήσει με άγριο ύφος.
Ακούστηκαν μερικές ακατανόητες φράσεις πίσω από την πράσινη πόρτα. Έπειτα η μελαχρινή κοπέλα βγήκε έξω με ένα μικρό μπουκάλι κρυμμένο στα δάχτυλα της. Πλησίασε το μικρό πωλητή και αντάλλαξαν ένα ανήσυχο βλέμμα οι δυο τους.
«Δυο σταγόνες» είπε και έκρυψε το μπουκάλι στο σιταρένιο χέρι της Ψυχούλας, «Να προσέχετε. Μπορεί να μη μας ξαναβρείτε».
Περίεργα και αλλοπρόσαλλά πράγματα ήταν η αιτία ναι επισκεφτεί κάποιος το μαγαζάκι των θαυμάτων. Και λέγονται αλλοπρόσαλλά γιατί η καρδιά και η λογική δε συμπίπτουν.
Την εποχή εκείνη ένα σμήνος χωρισμένων και απατημένων ανθρώπων έσπευσε για να προμηθευτεί το ελιξίριο της απογοήτευσης. Περιέργως όμως, την εντεκάτη ώρα της ημέρας εκείνης, μια νεαρή κοπέλα προμηθεύτηκε το απαγορευμένο ελιξίριο που ο δημιουργός ονόμασε ΤΙΜΗΣ ΈΝΕΚΕΝ και τη δωδεκάτη μεσημβρινή ένας νεαρός ζήτησε το ελιξίριο που προκαλεί την αγάπη – κάτι που έκανε τους πωλητές των θαυμάτων να ξεσπάσουν σε γέλια – και ωστόσο δεν υπήρχε. Αντί για αυτό του προμήθευσαν το ελιξίριο της σαγήνης. Το ονόμαζαν ΚΊΡΚΗ. Ύστερα του εξήγησαν πως δύο σταγόνες σαγήνης θα έκαναν μια σπουδαία αρχή.
Καθώς όμως η Ψυχούλα αναπολούσε τον γεμάτο βελούδο και γυαλί χώρο, στο πατρικό σπίτι που οι τράπεζες θέλησαν να κατασχέσουν, έσφιγγε το μικρό μπουκάλι στο χέρι της γεμάτη ανασφάλεια. Άρχισε να νοσταλγεί κατά πολύ τις αμπελοφιλοσοφίες των φακίρηδων και τα ξόρκια που οι Μάγισσές από την Ουγκάντα χρέωναν δέκα φράγκα ανά πρόταση.
Το Παρίσι, ήταν πράγματι μια καλή περιοχή για να επενδύσει κανείς σε αυτά. Και τώρα να΄μαστε εδώ, αγαπητοί φίλοι και φίλες. Έτοιμη να γιορτάσουμε τη γνωριμία δυο μεγάλων κληρονόμων – έστω και αν ο ένας δεν είχε πλέον δεκάρα τσακιστή. Η Ψυχούλα Ενάρετη συνάντησε για πρώτη φορά τον Βίο Αβίωτο – όπως ακριβώς είχε προβλέψει το υπόλοιπο του δικού της βίου – έναν άντρα ιδιαίτερα συνεσταλμένο και ντροπαλό, κατά όπως περιέγραψε στη θυγατέρα του ο κύριος Ενάρετος. Και ασφαλώς, η αγαπημένη μας Πολετίν, φιλοξενούμενη αυτού του σπιτιού δε γινόταν να λείπει.
«Χαίρω πολύ modemoisele» χαιρέτησε ο όλο ευγένεια νέος. Ήταν τρομερά ντροπαλός, όμως προσπάθησε να καλύψει τούτη την ντροπή με ένα χειροφίλημα .
«Βαγιανός Αβίωτος. Μπορείτε να με φωνάζετε Βίο»
«Νομίζω ότι το Βαγιανός είναι εξαίσιο»
Αποκρίθηκε με κάποια ανακούφιση η φτωχή μας Ψυχούλα. Ο Κύριος και η κυρία Αβίωτοι περίμεναν με ανυπομονησία δίπλα στο παραθυρόφυλλο από όπου θα έμπαινε ο μικρότερος γιός τους. Ο Βαγιανός Αβίωτος δεν είχε τίποτα λιγότερο, ούτε και περισσότερο, από τη γοητεία του. Όμως αυτό που περίμεναν οι Ενάρετοι δεν έμοιαζε καθόλου με το άτομο που εισήλθε. Βημάτισε μέσα στο σπίτι σαν πραγματικός ηθοποιός του Αμερικάνικου κινηματογράφου και τότε, συμφορά σου καημένε Βίο, η επιθυμία της Ψυχούλας να δώσει στον μνηστήρα της το φίλτρο της απέχθειας μεγάλωσε.
Τα ποτήρια γέμισαν σαμπάνιες, για να γιορτάσουν όλοι μαζί το ευτυχές γεγονός. Το βράδυ εκείνο η Ψυχούλα εγκλημάτησε για πρώτη φορά προσθέτοντας από λάθος τρεις σταγόνες από το ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ στον ποτήρι του καλού μας Βίου. Το ίδιο βράδυ ακριβώς, ο Βίος Αβίωτος πρόσθεσε λίγες σταγόνες ΚΙΡΚΗ σ΄ένα ποτήρι και το ακούμπησε κοντά στην μνηστή του. Ίσως όμως να εδέησε ο θεός ή και η ίδια η μοίρα να μπερδευτούν τα ποτήρια πάνω στο ίδιο τραπέζι. Όλα, εξόν από του Βίου που το κρατούσε στο χέρι. Η Ψυχούλα περίμενε καρτερικά τα αποτελέσματα. Ωστόσο, είδε την Πολετίν να φλερτάρει με όρεξη τον Ιούλιο Αβίωτο. Γελούσε και έπινε σαν να ήταν μεθυσμένη. Λίγο πριν ο θυμός της Ψυχούλας μας γίνει αισθητός , ο Βίος άρχισε να διαμαρτύρεται.
«Δεν αισθάνομαι πολύ καλά» είπε και τραβήχτηκε με βία από το στολισμένο τραπέζι.
Η Ψυχούλα ηρέμησε. Όμως ήθελε και άλλο. Ο Βίος λάσκαρε τη γραβάτα του. Τότε όλοι κατάλαβαν ότι δεν ανέπνεε.
«Έναν γιατρό. Παρακαλώ ένα γιατρό».
©2023 Μαρία Μίγκλη
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
