Διηγηματική ιστορία – Το μαγαζάκι των θαυμάτων – Μέρος τρίτο

You are currently viewing Διηγηματική ιστορία – Το μαγαζάκι των θαυμάτων – Μέρος τρίτο

Διηγηματική ιστορία – Το μαγαζάκι των θαυμάτων – Μέρος τρίτο

Διηγηματική ιστορία – Τρίτο μέρος

Η Πολετίν είδε τα μάτια της Ψυχούλας να την κοιτάνε αστραφτερά και φοβήθηκε. Όπως και να έχει όμως, αθέλητα ο Κύριος Ενάρετος ξέχασε να καλέσει τους Αβίωτους στο τηλέφωνο – το οποίο παρεμπιπτόντως είχε μόλις ξοφλήσει – και έτσι οι Αβίωτοι ήρθαν από μόνοι τους φοβούμενοί ότι η συμφωνία θα χαλάσει.
Ο αγαπητός μας Βίος δεν ανάρρωσε ακόμα και η Ψυχούλα μας βρήκε την ευκαιρία να μοστράρει την χαριτωμένη κορμοστασιά της απέναντι στον Ιούλιο. Εκείνος της χαμογελούσε σαν κάτι να τον είχε ευχαριστήσει κατά πολύ. Ώσπου στο τέλος, έγειρε προς του μέρος της και είπε με καθαρό ενθουσιασμό
Ξέρετε… αισθάνομαι την επιθυμία να σας εκφράσω κάποια πράγματα, από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε…
Η καρδιά της Ψυχούλας αναπήδησε. Έγειρε προς το μέρος του σε θέση ετοιμότητας, ξέροντας πως κάτι καλό θα ακουστεί.
-… αισθάνθηκα ότι η φίλη σας είναι ένα πολύ ιδιαίτερο άτομο. Αυτή η εικόνα, το ταπεραμέντο και η θελκτικότητα που μου έδειξε… Βρήκα το θάρρος να σας μιλήσω καθώς είστε φίλη της.
Η Ψυχούλα τραβήχτηκε στη θέση της και ξερόβηξε με φανερό εκνευρισμό.
«Ναι. Φυσικά.»
Όλα σε αυτή τη ζωή φτιάχνονται αρκεί να υπάρχει ο τρόπος και ο χρόνος και για να διορθώσει το τελευταίο της κατόρθωμα η Ψυχούλα έπρεπε να στάξει και πάλι το φίλτρο της απέχθειας. Το μεσημέρι, το φίλτρο της αμνησίας έκανε λαμπρή δουλεία. Γιατί αυτό να μην μπορεί;
Λίγη απέχθεια στο λικέρ της δεσποινίς Σερεζέν και άλλη λίγη στο λικέρ του ωραίου μας Ιούλιου θα έλυναν το πρόβλημα μια και καλή. Αφού μοίρασε πολύ προσεχτικά τις σταγόνες σέρβιρε τον καθένα τους ξεχωριστά. Εκείνη το δέχτηκαν με προθυμία. Η Ψυχούλα ευχήθηκε κάθε καλό στον νεότερο Αβίωτο και είπε να επισπεύσει τα σχέδια της.
«Γιατί δε δοκιμάζετε να πλησιάσετε την Πολετίν; Είμαι σίγουρη ότι θα το εκτιμήσει πάρα πολύ» είπε με το κατεργάρικο της μυαλό. Όμως να, που η τύχη τα έφερε όπως αποφασίζει αυτή. Όταν ο Ιούλιος πλησίασε την Πολετίν με απώτερο σκοπό να τη φλερτάρει εκείνη είχε ήδη αδειάσει το κρυστάλλινο ποτηράκι. Τον κοίταξε με μια λοξή ματιά και του πέταξε αδιάφορα μια καλησπέρα. Ο καημένος Ιούλιος, προσπαθούσε να εξηγήσει αυτή την απότομη αλλαγή.
«Δεσποινίς Σερεζέν. Είμαι πολύ γοητευμένος από την γνωριμία μας. Ικανοποιημένος, θα μπορούσα να πω».
Επηρεασμένη από το φίλτρο που μόλις κύλισε στο αίμα της, η Πολετίν τον κοίταξε πάλι με απέχθεια και έβγαλε μέσα από το στήθος της ένας δυνατό ήχο , σαν να έσκουζε κάποιο γουρούνι. Η Ψυχούλα ωστόσο, έκανε βόλτες χωρίς να γνωρίζει τι επρόκειτο να συμβεί.
«Φέρε αυτό εδώ!» είπε η Πολετίν και άρπαξε το ποτήρι μέσα από τα δάχτυλα του Ιούλιου. Κάπως έτσι δέχτηκε άλλη μια δόση απέχθειας και τον άφησε με το στόμα ανοιχτό.
«Σε λάθος μέρος ήρθες να γαμπρίσεις! Αρχοντοχωριάτη!»
Το ποτήρι με τη σαμπάνια έπεσε από το χέρι της κυρίας Ενάρετης και έσπασε στο πάτωμα.
Ο Ιούλιος θέλησε να διαμαρτυρηθεί.
«Μαντμαζέλ Σερεζέν… Σας παρακαλώ»
«Τι με παρακαλάς; Δε φτάνει που ήρθατε ακάλεστοι;»
Η Ψυχούλα, στάθηκε και κοίταξε πάνω από τον ώμο της, τον κύριο και την κυρία Αβίωτου να τα χάνουν, μπροστά στο απελευθερωτικό θέαμα που έδωσε μόλις η Πολετίν.
Μέσα της γελούσε αλλά το έκρυβε.
«Κύριε Αβίωτε! Είναι εμφανές πως οι Γάλοι δε γνωρίζουν τι θα πει μέθη. Συγχωρέστε τη φιλοξενούμενη μας. Είναι αδικαιολόγητη».
Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα από τη βραδινή έφοδο των Αβίωτων και η Ψυχούλα ήταν κιόλας έτοιμη να τους πει να πάνε στο καλό και να μη ξαναγυρίσουν. Η κυρία Αβίωτου θέλησε να πάρει θέση και είπε ότι όντως, η μαντμαζέλ Σερεζέν ήταν φαινόμενο από τα λίγα και υστερούσε σε μόρφωση. Έπειτα όμως, στράφηκε προς τη δεσποινίδα Ενάρετη ,που φάνηκε να τα παρακολουθεί από μακριά τη σκηνή.
«Με παρηγορεί η σεμνότητα που υπάρχει μέσα σε αυτό το πλάσμα. Κοιτάξτε το. Όλη η αγαθοσύνη και το κάλος σε αυτό το προσωπάκι. Κοιτάξτε ομορφιά! Αρνούμαι ότι υπάρχει καταλληλότερη νύφη» τραβήχτηκε δίπλα της και άγγιξε με τα δάχτυλα της απαλά το σαγόνι της Ψυχούλας αιφνιδιάζοντας την. Έπειτα, με την απόλυτη βεβαιότητα ότι ο πρωτότοκος της θα ευτυχήσει στράφηκε στον κύριο Ενάρετο «θα επιμείνουμε στο ταίριασμα κύριε Σοφοκλή»
Η Ψυχούλα έτρεμε. Ένιωσε ξαφνικά να την έχει αγγίξει κάποιος χολεριασμένος. Τελικά ένα ξεφωνητό από το στόμα της Πολετίν ήρθε να τη σώσει. Τα χέρια της δέθηκαν γύρω από το στομάχι και εκείνη σφάδαζε. Το σώμα της διπλώθηκε και σε λίγο θα ακουμπούσε στο πάτωμα. Η Ψυχούλα έτρεξε δίπλα της φοβισμένη και την κράτησε από τους ώμους.
«Πολετίν τι έπαθες;»
«Δεν ξέρω! Βοηθήστε με …»
Μούγκρισε αυτή καθώς το χρώμα χάθηκε από το πρόσωπο της. Η ψυχούλα νόμιζε ότι θα ξεψυχούσε από λεπτό σε λεπτό μέσα στα χέρια της. Οι δύο οικογένειες έσπευσαν στο νοσοκομείο. Για την Ψυχούλα ήταν αδύνατον. Σωριάστηκε γεμάτη αγωνία στον καναπέ. Σκεφτόταν πως ότι έγινε ήταν από δικό της κατόρθωμα. Στο τέλος έκλαψε, γιατί η Πολετίν πλήρωνε το τίμημα της δικής της ελευθερίας. Ίσως να πέθαινε. Ίσως να έπεφτε σε λήθαργο. Ποιος ξέρει τι και πως; Το άλλο πρωί ξύπνησε γερμένη στο βελούδινο μπράτσο του καναπέ. Η υπηρέτρια την καλημέρισε και την πληροφόρησε ότι οι γονείς της γύρισαν αργά. Ότι η φίλη της παρέμεινε στο νοσοκομείο δεν αναφέρανε τίποτα πάνω στην υγεία της.
«Πρέπει να πληρώσω» είπε φέρνοντας στο μυαλό της τα χειρότερα σενάρια. Άλλαξε ρούχα και πήγε τρέχοντας στο αστυνομικό τμήμα. Προσπέρασε τους πάντες και όρμησε εισέβαλε στο γραφείο του αρχιφύλακα. Τον κοίταξε ξέπνοη. Έβγαλε το καπέλο της και ήταν πια έτοιμη να λάβει κάθε ποινή που της αξίζει.
-Με λένε Ψυχούλα Ενάρετη. Του Σοφοκλή και της Ευδοξίας. Χτες το βράδυ δηλητηρίασα την Πολετίν Σερεζεν!
Ο αρχιφύλακας την είδε να ακουμπά τους καρπούς των χεριών της με φόρα στο γραφείο και να φωνάζει
«Εγώ φταίω για ότι έχει συμβεί! Πάρτε με!»
Ύστερα η Ψυχούλα σιώπησε , παραδομένη στη θεία δίκη περίμενε να δεχτεί την εσχάτη των ποινών. Αντ΄αυτού όμως, μια καμπύλη σχηματίστηκε κάτω από το μουστάκι του αρχιφύλακα.
«Κυρία μου… Δεν πειράζει!» είπε συγκρατώντας μετά βίας το γέλιο του
«Οι άνθρωποι στη Δύση δεν έχουν γευτεί ακόμα το κάρδαμο στο λικέρ. Είναι λογικό να τους πειράζει.» κοιτάχτηκαν για λίγο επίμονα.
Ένα δάκρυ έτρεξε ασυναίσθητα στο μάγουλο της Ψυχούλας, μα ο αστυνόμος θεώρησε πως επρόκειτο για την αγάπη και την έγνοια μιας φίλης.
«Πηγαίνετε σπίτι σας να ξεκουραστείτε».

 

©2023 Μαρία Μίγκλη

Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Μαρία Μίγκλη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ - Ονομάζομαι Μαρία Μιγκλη. Γεννήθηκα στις 8/12/92. Είμαι βοηθός νοσηλευτή. Άρχισα να ξεδιπλώνω τον εαυτό μου στο χαρτί στα 15 μου χρόνια γράφοντας ένας εφηβικό διήγημα με τίτλο «Ο Άγγελος μου» όπου δύο έφηβοι ερωτεύονται και γίνονται γονείς σε μια πολύ νεαρή ηλικία. Συνέχισα να γράφω κάποια διηγήματα και δημοσιεύοντας ποιήματα σε εφηβικά περιοδικά, ανακαλύπτοντας με τον χρόνο πως οι λέξεις χρωματίζουν μόνο με την αγάπη και το μεράκι του δημιουργού ,ότι ο λόγος έχει τη δύναμη να ενώνει η όπως έλεγαν οι πρόγονοι μας να δυναστεύει. Στα 21 μου χρόνια δημοσίευσα το διήγημα «Ένα λουλούδι πριν φύγεις» στη Συλλογή έρωτες στα Δωδεκάνησα των εκδόσεων Βερρετα. Το διήγημα αφηγείται τον τραγικό έρωτα ενός ζευγαριού στα πρόθυρα του Β Παγκόσμιου πολέμου. Έπειτα συμμετείχα σε διαγωνισμούς ποίησης. Ενα από τα ποιήματα είναι και το ποίημα «Μνήμη». Το καλοκαίρι του 2018 , κερδίζω την 9η στις 20 θέσεις του διαγωνισμού διηγήματος , από τις εκδόσεις ΕΛΚΥΣΤΉΣ. Το Διήγημα μου με τίτλο «Το άγρυπνο της βλέμμα» περιέχεται στη συλλογή ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΆΣ , και μας εξιστορεί ,τον έρωτα ενός βετεράνου στρατιώτη για μια νοσοκόμα και την αναζήτηση της. Τον τελευταίο καιρό συμμετέχω στο περιοδικό ΚΕΦΆΛΟΣ. Το 2023 , εκδίδω το πρώτο μου παραμύθι με τίτλο Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ . Ένα παραμύθι γραμμένο με αγάπη για την ανθρωπιά , την καλοσύνη και την ανιδιοτέλεια , από της εκδώσεις ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ .

Αφήστε μια απάντηση