Ποίημα
Μάνα,
τα δυό μου χέρια κράτησες,
μου φώναξες “μπορείς”
κι εγώ έμαθα να περπατώ.
Πατέρα,
“προχώρα στη ζωή σου χωρίς φόβο”
με συμβούλεψες κι εγώ σε πίστεψα
και στήλωσα τα πόδια μου στη γη με θάρρος.
Όμως κάνεις
δεν είπε πως μπορεί να συναντήσω δράκους.
Ποτέ δεν είπατε
πως η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει,
κι εγώ αγνό και άβγαλτο παιδί
μπήκα στου κόσμου την αρένα
περιμένοντας τα λιοντάρια με χαρά.
Το δέρμα γέμισε πληγές,
έσπασε η καρδιά μου,
δάκρυσαν τα μάτια μου σαν είδα,
χέρι το μάτι αδελφού
να βγάζει δίχως τύψεις,
να αφανίζονται αγάπες ριζωμένες,
φίλος να κλέβει τη χαρά
που κόπιασες να ζήσεις
και να χαϊδεύεσε συχνά από ανθρώπους πονηρούς.
Μάνα,
στα χέρια κράτα με
στα δυο δικά σου χέρια μάθε με
πως να μάχομαι τα κοφτερά μαχαίρια.
Πατέρα μου μονάκριβε
κρύψε με στα φτερά σου, δείξε μου
που να πάω να βρω καρδιά σαν τη δικιά σου!
©2024 Καλλιόπη Θωμά
Αρθρογράφος – Ποιήτρια – Συγγραφέας

Νομίζω πως οι γονείς μας πια ντρέπονται για τα κατορθώματα των παιδιών τους…
Δυστυχώς κάθε γονιός κάνει το καλυτερο για το παιδι του μα το θέμα είναι πως αντιλαμβάνεται αυτή την προσφορα το κάθε παιδι. Η κοινωνία μας έχει βαλτώσει και οι νέες γενιές βουλιάζουν όλο και περισσοτερο…