Αφήγημα
Ξέρω πως κάποια στιγμή θα χτυπήσει το τηλέφωνο και θα είσαι εσύ… θα καταφέρεις να ξεγελάσεις τον εγωισμό σου, να ναρκώσεις το θυμό σου και θ΄αναγκάσεις τα δάκτυλα να πληκτρολογήσουν το νούμερο μου. Φαντάζομαι να τρέμεις, να αισθάνεσαι μια γλυκιά ζάλη, που θα προσπαθεί να σε καθηλώσει ξανά στη θέση σου. Σ΄εκείνο το επιβλητικό δρύινο γραφείο, που καθόσουν με τις ώρες. Πόσο το ζήλευα αυτό το υπέροχα δουλεμένο γραφείο. Σκεφτόμουν πως ήθελα να΄μαι ένα κομμάτι του, η επιφάνεια του, που ακουμπούσες τα χέρια σου και έγραφες. Έτσι θα΄νιωθα τον ιδρώτα σου, την κούραση των χεριών σου. Θ΄ακουμπούσες ταλαιπωρημένος πάνω μου και εγώ θα σ΄αγκάλιαζα…
Τόση ήταν η τρέλα της ζήλειας μου εκείνες τις αξημέρωτες μέρες, που γέμιζες συγκεντρωμένος δεκάδες σελίδες, που σχεδόν τις μισούσα. Σου αποσπούσαν την προσοχή, δεν υπήρχε τίποτα άλλο για σένα, μόνο αυτές οι καταραμένες σελίδες, που δε σταματούσες να τις γεμίζεις μ΄ένα παράξενο πάθος. Ένας αγώνας δρόμου, που σιχαινόμουν. Κακογραμμένα σύμβολα της αλφαβήτου που είχαν αποφασίσει να διηγηθούν μια από τις ιστορίες της ζωής σου. Όχι, δεν ήμουν εγώ η πρωταγωνίστρια, ίσως γι΄αυτό η ζήλεια μου να είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της. Ακόμη θυμάμαι κάποιες νύχτες, πως έσερνες τα βήματα προς το κρεβάτι μας. Πετούσες βιαστικά τα ρούχα, ενώ τα μάτια σου ήταν ήδη κλειστά. Μουρμούριζες κάτι ανάμεσα στα χείλη, πριν με κλείσουν τα χέρια σου μέσα στην ποθητή αγκαλιά και μετά αφηνόσουν στον μορφέα εξαντλημένος. Πολλές φορές δεν αισθανόσουν ούτε καν το φιλί της καληνύχτας μου.
Θύμωνα… ακόμη θυμώνω. Κάθε φορά που σε σκέφτομαι θυμώνω. Ίσως γι΄αυτό η μόνη λύση ήταν η φυγή. Έπρεπε να μπει η απόσταση ανάμεσα μας. Ακόμη μου λείπει το φιλί της καληνύχτας μας. Εκείνο το τελευταίο άγγιγμα της ημέρας, το πρώτο χάδι της νύχτας. Έρχονται στιγμές που μου λείπει τόσο πολύ, που δαγκώνω με λύσσα το μαξιλάρι για να μη λυγίσω και σε πάρω στο τηλέφωνο.
Όχι. Θα μείνω μακριά σου, μέχρι να συνειδητοποιήσεις αν όντως είμαι κομμάτι της καρδιάς σου ή απλώς μια καλόβουλη φιγούρα της καθημερινότητας σου.
Παρόλη την τρέλα της σκέψη μου, παρόλη την πείνα του κορμιού μου, θα περιμένω στη γωνιά της αυτοτιμωρίας μου… Θα περιμένω αυτό το ευλογημένο τηλεφώνημα που ή θα με λυτρώσει ή θα με καταδικάσει για πάντα.
… μάλλον τρελαίνομαι… ακούω το τηλέφωνο να χτυπάει…
Πού είναι το τηλέφωνο;
©2023 Maria Stavridou
Glauka’s Talents
Αρθρογράφος – Λογοτέχνιδα
