Διήγημα – Α ν δ ρ ο μ ά χ η –

You are currently viewing Διήγημα – Α ν δ ρ ο μ ά χ η –
Ανδρομάχη Χρύστα Δημαρέλου

Διήγημα – Α ν δ ρ ο μ ά χ η –

Διήγημα

Ήχοι ανάκατοι, πυροβολισμοί, κραυγές τρόμου, βογγητά, κλάματα, κάπνα που δε σε αφήνει να πάρεις ανάσα, οσμή αίματος. Περιουσίες και όνειρα που χάθηκαν. Μακελειό. Σμύρνη 1922.
Ο πατέρας τους είχε πιαστεί αιχμάλωτος από τους Τούρκους και πέθανε ύστερα από πέντε μέρες με φρικτά βασανιστήρια. Τη μάνα τους την σκότωσαν μπροστά τους. Το αίμα της κυλούσε ακόμη στο χώμα.
-Δώσε μου το χέρι σου να ανεβούμε στο πλοίο!! Έλα! Δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Θα μας σκοτώσουν!
Η Ανδρομάχη μάζεψε το χέρι πίσω από την πλάτη. Στεκόταν αποσβολωμένη. Μέσα στο σκοτάδι της έβλεπε σκιές, που της ρουφούσαν τη σκέψη και τη ψυχραιμία. Οι κώδικες που είχε μάθει να ακολουθεί, ξαφνικά ακυρώθηκαν. Δεν είχε τη δύναμη να κάνει ούτε ένα βήμα. Δε μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς γινόταν. Δεν ήθελε.
-Όχι! Θα έρθει η μάνα να μας πάρει! Δε φεύγω! Δε φεύγω! Θα μας πάρει, θα…
-Κανείς δε θάρθει! Πάμε! Είμαστε μόνοι μας στον κόσμο. Πάμε!
Ένα κουβάρι όλα στο μυαλό της. Ήθελε να κλάψει, να ουρλιάξει, να τρέξει, να μείνει άπραγη, εκεί, περιμένοντας τον Κανένα.
Ο Δημήτρης την άρπαξε από το μπράτσο και την τράβηξε σχεδόν σέρνοντας στην υποτιθέμενη ουρά για το καράβι. Τα χαρακτηριστικά της είχαν τραβηχτεί και τα αυτιά της δεν μπορούσαν να προσλάβουν ήχους. Κατάφεραν να επιβιβαστούν στο πλοίο και βρήκαν μια απόμερη γωνιά να καθίσουν. Η Ανδρομάχη έτρεμε. Το αγόρι την κρατούσε και την καθησύχαζε.
-Σηκωθείτε από εκεί! Δε ντρέπεστε; Μικρά παιδιά και θέλετε να στρογγυλοκαθίσετε! Κι αυτό το ανάπηρο τι το τραβάς μαζί σου; Πιάνει θέση δίχως λόγο. Τι ελπίδα έχει μια τυφλή μωρέ, να ζήσει μόνη της; Τι να πω! Κάτι παράξενα πράγματα που συμβαίνουν… δεν τα καταλαβαίνω… άντε! Ξεκουμπιστείτε!!
Τα παιδιά σηκώθηκαν και ο χοντρός μουστακαλής απλώθηκε στη θέση τους.
– Είμαι βάρος, ψέλλισε η Ανδρομάχη.
– Διαφορετική είσαι. Όχι βαριά! Είμαι εδώ μαζί σου! Ο αδελφός σου. Ο δίδυμος αδελφός σου! Δεν στηρίζεσαι μόνο εσύ σε μένα αλλά κι εγώ σε εσένα. Αυτό θα το έχεις πάντα στο μυαλό σου.
Σε όλη τη διαδρομή ο χοντρός μουστακαλής είχε καρφωμένη τη ματιά του επάνω της. Δεν τον έβλεπε, αλλά τον ένιωθε. Η πρόστυχη ματιά του διαπερνούσε το κορμάκι της και της προξενούσε ένα τρομακτικό ρίγος. Ο Δημήτρης σε όλο το ταξίδι την κρατούσε αγκαλιά και την σκέπαζε με ένα κουβερτάκι να μην κρυώσει. Το μόνο πράγμα που κατάφερε να πάρει φεύγοντας. Κρατούσε πάνω της, τη μυρωδιά της μάνας τους, κι αυτό την ηρεμούσε.
Το πλοίο έπλεε αργά. Σε όλη τη διαδρομή, δεν κουνήθηκαν από τη θέση τους. Η κοιλιά τους γουργούριζε από την πείνα, αλλά δεν υπήρχε και κάτι για να φάνε.
Έφτασαν. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Ο θόρυβος από την αλυσίδα της άγκυρας σήμαινε το τέλος του ταξιδιού και την αρχή ενός καινούργιου. Όχι απαραίτητα καλού. Οι μηχανές του πλοίου σταμάτησαν. Η Ανδρομάχη, ένιωθε κίνηση γύρω της. Ο κόσμος μιλούσε δυνατά και στριμωχνόταν, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον . Προχωρούσε σιωπηλή. Ο Δημήτρης την κρατούσε σφιχτά από το χέρι. Κάποια στιγμή του έπεσε η κουβέρτα. Έσκυψε να την πιάσει και άφησε για λίγο την αδελφή του. Ένα άλλο, ξένο χέρι βρήκε την ευκαιρία και την έπιασε. Χέρι χοντρό και άγαρμπο.
Η φωνή του Δημήτρη που την αναζητούσε, την γέμισε απελπισία. Το χέρι που της έκλεισε το στόμα για να μη φωνάξει, την τράβηξε σαν τσουβάλι μέχρι που έφτασαν σε ένα δωμάτιο. Το σκοτάδι της, έγινε πιο σκοτεινό. Ακολούθησαν απανωτοί βιασμοί, ξύλο, πείνα.
Την ίδια ώρα ο αδελφός της, αποκαμωμένος κοιμόταν μαζί με τα αδέσποτα σκυλιά σε μια αποθήκη στο λιμάνι. Είχε ψάξει σε όλα τα στενά της περιοχής, καλώντας την αδελφή του. Αποφάσισε να μη φύγει από εκεί. Έκανε θελήματα στο λιμάνι σαν χαμάλης και μετά από λίγο καιρό, βρήκε ένα μικρό, υγρό δωμάτιο σε ένα υπόγειο για να μείνει.
Οι μέρες έγιναν μήνες και οι βιασμοί έφεραν πελάτες. Ο χοντρός μουστακαλής που χώρισε βίαια τα αδέλφια, αποφάσισε ότι η μικρή τυφλή δε μπορούσε πλέον να τρώει τζάμπα το φαγητό της. Ο ένας πελάτης ακολουθούσε τον άλλον και το κορμάκι της Ανδρομάχης έλιωνε πάνω σε ένα βρώμικο κρεβάτι με τα πόδια ανοιχτά. Το κλάμα της στέρεψε και η φωνή της έκλεισε. Βουβάθηκε. Κανείς από όσους επισκέπτονταν το δωμάτιο δεν την ξανάκουσε να μιλάει. Αφέθηκε στη μοίρα της. Έτσι νόμιζε. Έτσι νόμιζαν.
Μόλις είχε τελειώσει η μέρα της για σήμερα. Οι πελάτες είχαν πάει σπίτια τους, εκείνη είχε φορέσει τη νυχτικιά της και είχε κουλουριαστεί στο κρεβάτι της.
Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι των ματιών της, άκουσε την πόρτα να τρίζει και βαριά βήματα γέμισαν την ησυχία του δωματίου. Ήταν αυτός! Ξεκούμπωσε τη ζώνη του. Το αδιαμόρφωτο ακόμη κορμάκι της άρχισε να τρέμει. Όποτε άκουγε τον τοκά της ζώνης, ήξερε τι την περίμενε. Άρχισε να την χτυπά δυνατά με τη λωρίδα. Το σώμα της δεν πόναγε πια. Μόνο η ψυχή της. Στο τέλος, της πέρασε τη ζώνη στη μέση και τη βίασε. Πάντα το έκανε αυτό, για να θυμάται λέει το ξύλο που έφαγε και να μην αντιδρά. Οι λωριδιές, τα χνώτα, ο ιδρώτας, τα βρομόλογα, πήραν μορφή δράκου με φλόγες που έκαιγαν τα μάτια της. Όλα τα χνώτα των ανδρών που λέρωναν την ψυχή της, ενώθηκαν, έγιναν φίδι που την έπνιγε. Μεταμορφώθηκε σε ηφαίστειο και καυτή λάβα πετάχτηκε από το στόμα της. Ψαχούλεψε με το χέρι της και άρπαξε το πιρούνι που είχε ξεμείνει από το μεσημεριανό φαγητό και με όλη της τη δύναμη το έμπηξε στο όργανό του. Αυτό που της κατέστρεψε τη ζωή, που της πέταξε τα παιδικά της χρόνια στα σκουπίδια, που της έλιωσε την ψυχή. Αίματα πετάχτηκαν παντού, ουρλιαχτά, βρισιές και βογκητά μπλεγμένα μεταξύ τους, της έδειξαν την πόρτα του κελιού της. Έτρεξε γρήγορα στο δρόμο, λες και την οδηγούσε κάποιο ανύπαρκτο φως.
Πού είναι ο αδελφός της; Στα λίγα της χρόνια, είχε μάθει να στηρίζεται μόνο σε αυτόν. Ήθελε να πει τ όνομά του, αλλά η φωνή της δεν έβγαινε. Περιπλανήθηκε όλη τη νύχτα. Έπεφτε κάτω άτσαλα και ξανασηκωνόταν. Λίγο πριν ξημερώσει βρήκε μια αυλόπορτα ανοιχτή και κούρνιασε σε μια άκρη της αυλής ενός αρχοντικού.
Το ίδιο βράδυ ο Δημήτρης πετάχτηκε στον ύπνο του καταϊδρωμένος από εφιάλτη. Είδε την Ανδρομάχη να φορά κόκκινο νυφικό και να τον κοιτάζει κατάματα. Ναι. Κατάματα με τα τυφλά της μάτια. Ντύθηκε βιαστικά και βγήκε στον δρόμο. Άρχισε να περιπλανιέται στα σοκάκια. Φώναζε το όνομά της, δίχως να περιμένει απάντηση.
Κάποια στιγμή σ ένα σπίτι άκουσε φασαρία, είδε κόσμο μαζεμένο και το φανάρι του ασθενοφόρου να αναβοσβήνει. Πλησίασε. Άκουσε μόνο σκόρπιες λέξεις. Λέξεις καρφιά. Πουτάνα, τυφλή, φόνισσα… πάγωσε το κορμί του. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια του κι άρχισε να τρέχει μέσα στα στενά. Χωρίς προορισμό. Σκόνταψε κι έπεσε. Ούτε τότε άνοιξε τα μάτια του. Οι παλάμες του ενώθηκαν χωρίς να το ξέρει με το ίχνος που είχαν αφήσει τα χέρια της Ανδρομάχης όταν έπεσε. Λερώθηκαν με αίμα. Δεν το είδε ούτε αυτό. Έτριψε τα μάτια του και κόκκινα δάκρυα κύλησαν μέχρι το στόμα του.
Ο ήλιος σηκώθηκε ψηλά και οι καμπάνες άρχισαν να χτυπάνε. Κυριακή. Η πόρτα του αρχοντικού άνοιξε. Μια όμορφη, ψηλή κυρία με ένα κομψό μπεζ ταγιέρ, κατέβηκε τα σκαλιά του σπιτιού για να πάει στην Εκκλησία, όταν σκόνταψε σε μια κατακόκκινη μπαλίτσα. Η Ανδρομάχη έβαλε τα χέρια της μπροστά στο πρόσωπό της σα να την τύφλωσε το φως. Η γυναίκα πέταξε μακριά τη τσάντα της, την πήρε αγκαλιά, και την μετέφερε μέσα στο σπίτι. Το ταγιέρ της λερώθηκε με αίματα, αλλά δεν την ένοιαξε. Την έσφιξε ακόμη πιο δυνατά στην αγκαλιά της για να την ζεστάνει.
-Τι σου συνέβη κορίτσι μου; τη ρωτούσε ξανά και ξανά, αλλά η μικρή έμενε ακίνητη και σιωπηλή. Αφού κατάλαβε ότι δεν θα έπαιρνε απάντηση, την πήρε από το χέρι με στοργή, της έβγαλε τα ματωμένα ρούχα και τα έβαλε σε μια σακούλα για να τα πετάξει.
-Όχι τη ζώνη! Ακούστηκε παράφωνη και τσιριχτή η φωνή της Ανδρομάχης, αναγνωρίζοντας τον ήχο της αγκράφας! Αυτή τη θέλω.
Ακολούθησε σιωπή. Η γυναίκα έμεινε να την κοιτάει μη μπορώντας να βγάλει λέξη.
-Πρέπει να θυμάμαι ότι κατάφερα να την κόψω, συνέχισε κομπιαστά η Ανδρομάχη.
Η Ευτέρπη, έτσι έλεγαν τη γυναίκα, την έβαλε στη μπανιέρα και της έριξε καθαρό και ζεστό νερό πάνω στο κορμάκι της.
-Είσαι γεμάτη μελανιές παιδί μου, είπε η γυναίκα. Και της έδωσε ζεστά ρουχαλάκια να φορέσει. Ήταν παράξενο που είχε ρούχα στο νούμερό της μικρούλας.
Κάθισαν στον καναπέ της σάλας, και η Ευτέρπη την κρατούσε αγκαλιά και της χάιδευε τα μαλλάκια της. Ο κόσμος έφευγε ήδη από την εκκλησία. Η λειτουργία τελείωσε. Δεν πειράζει που την έχασε. Ο ναός μεταφέρθηκε στο σπίτι της σήμερα, σκέφτηκε.
Οι μέρες περνούσαν και οι μελανιές από το κορμί της Ανδρομάχης, άρχισαν να ξεθωριάζουν. Στην καρδιά της όμως κρατούσαν ακόμη το χρώμα τους. Η μικρή άρχισε να εμπιστεύεται σιγά- σιγά την κυρία Ευτέρπη.
-Βρισκόμασταν στο πλοίο από τη Σμύρνη. Άκουγα θόρυβο, ομιλίες συγκεχυμένες, ουρλιαχτά, μυρωδιές. Φοβόμουν. Ο Δημήτρης με κρατούσε σφιχτά στη αγκαλιά του σε όλο το ταξίδι.
-Ποιος είναι ο Δημήτρης; Την διέκοψε η κυρία Ευτέρπη.
– Όταν φτάσαμε, συνέχισε η Ανδρομάχη, απορροφημένη στις σκέψεις της, ο κόσμος άρχισε να με σπρώχνει. Στριμώχτηκα σε μια ουρά. Προχωρούσαμε αργά. Ένα χοντρό χέρι με τράβηξε κοντά του. Ο ιδρώτας και η ανάσα του μύριζαν ανυπόφορα. Οι ομιλίες και οι φωνές απομακρύνθηκαν. Περπατούσαμε για πολύ ώρα. Όταν πήγαινα να φωνάξω, μου έκλεινε το στόμα με το χέρι του που βρώμαγε λες κι είχε αφοδεύσει πάνω του. Μπήκαμε σ ένα δωμάτιο. Με πέταξε σ ένα κρεβάτι κι έπεσε πάνω μου. Η ανάσα του πάνω στο πρόσωπό μου έγινε γρήγορη και βογκούσε. Έκανα εμετό. Έβγαλε τη λωρίδα του και με χτύπησε. Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή σταμάτησε να προχωρά. Ο ένας μετά τον άλλον, άντρες με βρώμικα χνώτα, χρησιμοποιούσαν το κορμί μου, με έβριζαν και με χτυπούσαν.
Ακολούθησε σιωπή… φλύαρη. Η Ανδρομάχη ένιωσε τα μάτια της Ευτέρπης καρφωμένα επάνω της.
-Πάω να δω το φαγητό, της είπε και η μικρή άκουσε τα βήματά της να απομακρύνονται μουδιασμένα.
Ο Δημήτρης περνούσε καθημερινά έξω από το σπίτι που είχε γίνει ο σαματάς εκείνο το βράδυ. Ήταν πάντα κλειστό. Φαινόταν ότι δεν κατοικείτο από κανέναν πια. Συνέχιζε να περνάει όμως. Κοντοστεκόταν, κλώτσαγε τα σκαλοπάτια του κι έφευγε.
Είχαν περάσει αρκετά χρόνια, όταν ένα πρωί η Ευτέρπη πήγε να ξυπνήσει την Ανδρομάχη πριν φύγει για τα ψώνια του σπιτιού. Το κορμί της είχε αρχίζει να σχηματίζεται και να αποκτά καμπύλες, και το πρόσωπό της είχε ηρεμήσει.
-Είσαι πολύ όμορφη κόρη μου! της είπε η κυρία Ευτέρπη. Έχεις γίνει ολόκληρη γυναίκα. Σαν κι εσένα θα ήταν τώρα και το κοριτσάκι μου. Την έχασα από φυματίωση. Σκοτείνιασε η ζωή μου. Θάφτηκα. Ήρθες όμως εσύ και επέστρεψα.
-Έχασα τους γονείς μου στη Σμύρνη, έχασα τον αδελφό μου τον Δημήτρη στο λιμάνι. Ξέρω πως ζει αλλά δεν θα τον ξαναδώ ποτέ. Τώρα έχουμε η μια την άλλη. Είμαι εγώ η κόρη σου κι εσύ η δική μου μανούλα, αποκρίθηκε η Ανδρομάχη και την έσφιξε με δύναμη στην αγκαλιά της.
Στον κήπο είχε έρθει ήδη ο κηπουρός και φρόντιζε τα λουλούδια. Ο κήπος της Ευτέρπης ήταν ο παράδεισός της. Οι τριανταφυλλιές και οι αρμπαρόριζες ανταγωνίζονταν τις λεμονιές κι τις πορτοκαλιές σε άρωμα και χρώμα. Έφτιαχνε το καλύτερο γλυκό του κουταλιού η κυρία Ευτέρπη με τους καρπούς τους.
-Νικόλα, πάω στην αγορά. Έχε το νου σου στην Ανδρομάχη, φώναξε στον κηπουρό καθώς έφευγε βιαστικά.
Προχωρούσε στο δρόμο τραβώντας το φορτωμένο με φρούτα και λαχανικά καλάθι της, όταν ένας νεαρός που έτρεχε σκόνταψε επάνω της και την έριξε κάτω. Έσκυψε να την βοηθήσει, αλλά μόλις η κυρία Ευτέρπη είδε το πρόσωπό του έγινε άσπρη σαν το πανί και έχασε τις αισθήσεις της. Όταν συνήλθε ήταν ξαπλωμένη σε μια πολυθρόνα ενός σπιτιού κοντά στο σημείο που συνάντησε το νεαρό. Δεν την ένοιαζε ο πόνος στο πόδι της που το είχε στραμπουλίξει.
-Πού είναι το παιδί; Πού πήγε; Ήταν τα πρώτα λόγια που είπε.
-Ήθελε να μείνει, αλλά τον διώξαμε να πάει στη δουλειά του. Μην του κάνετε κακό, σας παρακαλώ. Παιδί είναι και βιαζόταν μη χάσει το μεροκάματο, είπε ο ιδιοκτήτης του σπιτιού.
Η Ευτέρπη πήρε τα πράγματά της κι έφυγε τρικλίζοντας, σαν να είχε δει φάντασμα. Ίδιος με την Ανδρομάχη! Σαν δίδυμος! σκέφτηκε φωναχτά. Όμως η μικρή, έλεγε πάντα ότι ο Δημήτρης ήταν ο μεγάλος της αδελφός.
Γύρισε σπίτι αλλά δεν ανέφερε τίποτε.. Από εκείνη τη στιγμή, δε μπορούσε να ησυχάσει. Πάλευε. Ήθελε να ξαναβρεί τον αδελφό της μικρής, αλλά πάλι, αυτή η εκδοχή, την τρόμαζε. Κι αν την πάρει μακριά μου; δε θέλω να τη χάσω. Όμως, αν το κρύψω, θα είμαι ανέντιμη.
-Είσαι ανήσυχη μανούλα μου, της είπε η Ανδρομάχη. Ακούω την ανάσα σου. Τι σου συμβαίνει;
-Έλα να βγούμε στον κήπο, είπε η Ευτέρπη αγνοώντας το σχόλιο. Έχει έρθει ο Νικόλας και φροντίζει τα λουλούδια.
Όταν η Ευτέρπη πήγε στη κουζίνα, για να ετοιμάσει το φαγητό, ο Νικόλας κάθισε πλάι στην Ανδρομάχη και της έδωσε ένα τριαντάφυλλο να μυρίσει. Της περιέγραψε τα χρώματά του, κι ας μην ήξερε πώς είναι το κόκκινο, το κίτρινο ή το ροζ. Της είπε τι υπήρχε στον κήπο και τι φροντίδα ήθελε το κάθε φυτό. Αγαπούσε τη δουλειά του κι ένιωθε κάθε λουλούδι δημιούργημά του.
Αυτή ήταν η αρχή. Κάθε φορά που ερχόταν, μιλούσαν για ώρες. Η χαρά άρχισε να παίρνει θέση στα πρόσωπά τους. Οι συναντήσεις τους πύκνωσαν. Μιλούσαν για τα όνειρά τους, αφήνοντας πίσω τις μαύρες πέτρες που την βάραιναν.
-Σήμερα θα πάμε μια βόλτα, είπε ο Νικόλας πιάνοντας το χέρι της. Προχωρούσαν αργά απολαμβάνοντας κάθε βήμα τους, κάθε άρωμα που τους ακουμπούσε. Της περιέγραφε τα όμορφα αρχοντικά, τα περίτεχνα μπαλκόνια, τα μικρά μαγαζάκια με την πραμάτεια τους απλωμένη στο πεζοδρόμιο. Κάποια στιγμή σταμάτησαν μπροστά σε ένα μπαχαρτζίδικο. Τα αρώματα των μπαχαρικών, τους κάλεσαν να μπουν μέσα. Η Ανδρομάχη άρχισε να τα αγγίζει και να φέρνει το χέρι της στο πρόσωπό της. Σμύρνη.
-Ακούω βιαστικά βήματα. Περιέγραψέ μου πώς είναι οι άνθρωποι που περνούν δίπλα μας,
-Ανήσυχοι, απάντησε μονολεκτικά ο Νικόλας και έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Έκλεισε τα μάτια του καθώς προχωρούσαν, για να κατανοήσει πώς έβλεπε τον κόσμο η κοπέλα που είχε δώσει νόημα στη ζωή του.
-Εμένα, πώς με φαντάζεσαι; Την ρώτησε σε ανύποπτο χρόνο ο Νικόλας.
-Δεν σε φαντάζομαι, σε βλέπω και τα χέρια της άγγιξαν το πρόσωπό του. Το κορμί του ρίγησε και η καρδιά του πήγε να σπάσει.
–Έχετε την ευχή μου! και αυτό θα είναι το σπίτι σας, για να δημιουργήσετε την οικογένειά σας, είπε η Ευτέρπη στην Ανδρομάχη, όταν έμαθε ότι ο Νικόλας της έκανε πρόταση γάμου.
Ο χρόνος κυλούσε με άρωμα αγάπης. Το σπιτικό ξαναπήρε ζωή. Η χαρά φούσκωνε στην κοιλιά της Ανδρομάχης. Η Ευτέρπη είχε ξεχάσει πια τη συνάντηση με τον Δημήτρη, μέχρι τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε να τον βρει. Να ανταμώσουν και πάλι τα αδέλφια. Το γεγονός ότι είχε κρύψει εκείνη την τυχαία συνάντηση, σκοτείνιαζε τη ψυχή της,.
-Πάω στο μανάβη να πάρω λίγο σέλινο, φώναξε από το κεφαλόσκαλο. Επισκέφτηκε το σπίτι που βρέθηκε εκείνο το πρωινό που λιποθύμησε. Ρώτησε για το παιδί που την είχε ρίξει κάτω. Δε μπορεί, κάπου εκεί κοντά θα έμενε. Γύρισε όλα τα μαγαζάκια της γειτονιάς. Έφτασε στο μανάβη. Ένας πελάτης που άκουσε τη συζήτηση, είπε πως τον είχε εξυπηρετήσει σε μια μεταφορά κάποιος με αυτό το όνομα.
-Χαμάλης στο λιμάνι δουλεύει, είπε ο άντρας. Αυτός πρέπει να είναι, συνέχισε.
Κατέληξε στο λιμάνι. Τον αναζήτησε παντού. Δημήτρης είναι το όνομά του, έλεγε και τους τον περιέγραφε. Δεν τον γνώριζαν.
-Μίλα με τον Σμυρνιό, αυτός θα ξέρει, της είπε αδιάφορα, κάποιος που έπαιζε ζάρια στην άκρη μιας αποθήκης. Εκεί στο βάθος είναι.
Τον είδε. Η ίδια φινετσάτη κορμοστασιά της Ανδρομάχης. Σάστισε και παραλίγο να τον χάσει πάλι.
-Περίμενε! Του φώναξε και τον τράβηξε από το μανίκι της μπλούζας. Του μίλησε για την Ανδρομάχη. Το σακί που είχε στον ώμο του κύλησε στο χώμα. Δε μπορούσε να σταθεί όρθιος. Κάθισε πάνω στη στοίβα με τα κιβώτια που τον περίμεναν να τα φορτώσει στο καράβι. Μίλησαν για ώρα, αγκαλιάστηκαν και κανόνισαν το ίδιο κιόλας απόγευμα να κάνουν έκπληξη στην Ανδρομάχη.
Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Ευτέρπης. Έλαμψε! Είχε δρόμο να διανύσει μέχρι το σπίτι, προχωρούσε όμως νιώθοντας πιο ελαφριά από ποτέ. Δεν περπατούσε, πετούσε. Η λύτρωση επιτέλους ήρθε.
Στο σπίτι όλες οι προετοιμασίες έγιναν διακριτικά και σιωπηλά για να μην αντιληφθεί κάτι η Ανδρομάχη και χαλάσει η έκπληξη. Η σάλα έλαμψε, τα ασημικά γυαλίστηκαν, τα λουλούδια στόλισαν τα βάζα, τα καλά σερβίτσια τοποθετήθηκαν πάνω στο κεντητό τραπεζομάντηλο.
Έφτασε στην αυλόπορτα. Κοντοστάθηκε, έστρωσε τα μαλλιά του, πήρε βαθιά ανάσα και το χέρι του ακούμπησε το κουδούνι. Ήχησε σαν σειρήνα που ήθελε να καλύψει τον χτύπο της καρδιά του. Ένα τρέμουλο κυρίευσε το κορμί του. Ο όμορφος νεαρός με το καλό του κουστούμι, δεύτερο χέρι από τον γιο της σπιτονοικοκυράς, στάθηκε μπροστά στη πόρτα.
Ένας λυγμός έσπασε τη σιωπή. Κοιτάχτηκαν. Τα δάχτυλά της έγιναν μάτια που κατέγραφαν κάθε χαρακτηριστικό του προσώπου του. Αναλογίστηκε όσα είχε περάσει μακριά του. Ποτάμι γεγονότων, χαρακιές στη ψυχή της. Πόσο πολύ την είχαν αλλάξει. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Τα δάκρυα έτρεχαν μαζί με τον χρόνο, αλλά δεν τους ένοιαζε. Το μέλλον ήταν μπροστά τους..
Τα γέλια έδωσαν μια κλωτσιά στο παρελθόν και κανείς δεν αναφέρθηκε σε αυτό. Τι σημασία είχε άλλωστε; Τώρα πια ήταν μαζί, άνθρωποι που αγαπιούνταν και νοιάζονταν. Ο Νικόλας έγραψε στο θολωμένο τζάμι του παραθύρου, τη λέξη «Χαρά».
Όταν νύχτωσε, ο Δημήτρης τους αποχαιρέτησε και προχώρησε στο δρόμο κάνοντας μικρά χορευτικά βήματα. Άφραγκος, αλλά ένιωθε πιο πλούσιος από ποτέ. Πώς να πιστέψουν τα κλεφτρόνια που τον σταμάτησαν ότι δεν έκρυβε θησαυρό; Ο σουγιάς διαπέρασε τη καρδιά του και έπεσε χάμω. Το αίμα κύλησε στο χώμα.
Την ίδια ώρα κύλησαν τα νερά ανάμεσα στα πόδια της Ανδρομάχης. Ο αδελφός της, έδινε τη σκυτάλη στον νεοφερμένο.
Το πρωί, η σπιτονοικοκυρά, τους έφερε τη κουβέρτα από τη Σμύρνη. Το μόνο περιουσιακό του στοιχείο. Ήταν φθαρμένη, αλλά είχε γραμμένη πάνω της όλη την ιστορία τους…

©2024 Χρύστα Δημαρέλου
Αρθρογράφος – Σκιτσογράφος – Συγγραφέας

Β Ρ Α Β Ε Υ Μ Ε Ν Ο !!!

Διαγωνισμός Κέφαλος

Χρύστα Δημαρέλου

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Η Χρύστα Δημαρέλου είναι συγγραφέας, εικονογράφος και κομίστας. Είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου, με μετεκπαιδεύσεις στο τμήμα περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου, στη ψυχολογία-συμβουλευτική, στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα κ.ά. Είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ανατολικής Στερεάς & Εύβοιας και ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Προστασίας Καταναλωτή Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, Γραμματέας. Εργάσθηκε επί πολλά χρόνια ως διευθύντρια Προγραμματισμού και Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου Χαλκιδέων. Υπήρξε υπεύθυνη δημοσιογράφος της πρωινής δημοσιογραφικής ζώνης και του καθημερινού “Οικολογικού Δελτίου Ενημέρωσης” του δημοτικού ραδιοφώνου “Ράδιο Χαλκίδα. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και συμμετέχει σε παραστάσεις του Αεικίνητου θεάτρου Ευρίπου, ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται σε κοινωνικές δράσεις αλληλεγγύης. Έχει λάβει: 2o έπαινο στον πανελλήνιο 4 ο Λογοτεχνικό διαγωνισμό του itravelpoetry με το διήγημά της «Ανδρομάχη», 1 ο έπαινο στον πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό των εκδόσεων Κέφαλος. 2 ο έπαινο στον Πανελλήνιο καλλιτεχνικό διαγωνισμό εκδόσεων «Κέφαλος» με το έργο «Φως», 1 ο έπαινο στον παγκόσμιο καλλιτεχνικό διαγωνισμό του ΕΠΟΚ με το έργο «έκρηξη». Έχει εικονογραφήσει το παιδικό παραμύθι με τίτλο «Τα κρυμμένα αυγά» της Μάουρας Ρομπέσκου εκδόσεις Κομνηνός. Έχει συγγράψει και εικονογραφήσει το παιδικό βιβλίο με τίτλο «Μη φοβασαι να μιλήσεις» εκδόσεων Κομνηνός. Έχει συγγράψει και εικονογραφήσει το παιδικό βιβλίο «Στο κοτέτσι του Κοκό» εκδόσεων Κομνηνός. Έχει εικονογραφήσει το εφηβικό βιβλίο της Μάουρας Ρομπέσκου «στο μονοπάτι των κοχυλιών» εκδόσεων Κομνηνός. Έχει εικονογραφήσει το παιδικό βιβλίο της Μάουρα Ρομπέσκου «Ο βασιλιάς Χταπόδαρος τα θέλει όλα» εκδόσεων Κομνηνός. Έχει εκδοθεί στην Ισπανική γλώσσα, το κόμικ της «η πόλη της Μαγείας» στο μεξικάνικο ψηφιακό περιοδικό κόμικ dibujando comics τεύχος 11. Συμμετοχή στο συλλογικό έργο των εκδόσεων «παρέμβαση» με τίτλο «Ο χρόνος που περνάει και χάνεται» με το ποίημα ¨το ραντεβού», στην ebook έκδοση «Μικρές ιστορίες ετεροτοπίας» με το έργο της «η αδιέξοδη φυγή της μικρής Λόρας», με σκίτσα της στην εικαστική έκθεση SKG Bazaart στη γκαλερί Myro στη Θεσσαλονίκη. με σκίτσο της στην έκθεση ζωγραφικής–σκίτσου & φωτογραφίας του Φεστιβάλ –γιορτή της Ποίησης 2022 του Λογοτεχνικού Περιοδικού Κέφαλος, με έργο της στη έκθεση φωτογραφίας του doc4festival στην Αθήνα. Συμμετοχή επίσης με ποιήματα και σκίτσα της στo λογοτεχνικό ημερολόγιο των εκδόσεων Κέφαλος και στο λογοτεχνικό περιοδικό της Θρυαλλίδας.

This Post Has 5 Comments

    1. Χρύστα Δημαρέλου

      Ευχαριστώ πολύ!!

  1. Χρύστα Δημαρέλου

    Ευχαριστώ πολύ!!

    1. Χρύστα Δημαρέλου

      Σας ευχαριστώ πολύ!!

Αφήστε μια απάντηση