Διήγημα
Ο άντρας καθόταν στο παγκάκι και διάβαζε την εφημερίδα. Ήταν απόγευμα, ο ήλιος έγερνε γλυκά.
Γκρι κοστούμι, λευκό πουκάμισο, γραβάτα χαλαρωμένη. Στον δεξιό παράμεσο ένα χρυσό δαχτυλίδι.
Το μπατζάκι είχε σηκωθεί μια ιδέα, μαύρη κάλτσα με χοντρή κόκκινη ρίγα. Θα κόντευε τα σαράντα πέντε.
Ο κουτσός πλησίασε και κάθισε δίπλα του. Εξηντάρης, ίσως και παραπάνω. Το σακάκι του έδειχνε πολυφορεμένο,
είχε χάσει το σχήμα του. Πουκάμισο μέσα από παλιομοδίτικο πουλόβερ. Παπούτσια αγορασμένα από
συνοικιακό μαγαζί. Χάζεψε τα παιδιά απέναντι που κλοτσούσαν μια ξεφούσκωτη μπάλα.
Ο άντρας δίπλωσε την εφημερίδα, την ακούμπησε στο πλάι.
– Λοιπόν;
Ο κουτσός έβγαλε ένα κουτάκι μέντες, έριξε μία στο στόμα του. Δεν βιαζόταν.
Ψηλά στο λόφο το γυάλινο κτίριο αντανακλούσε τον ήλιο. Μισόκλεισε τα μάτια του. Ρουθούνισε δυνατά σαν
κάτι στη μύτη του να τον ενοχλούσε.
– Όπως το περιμέναμε. Η κεντρική επιτροπή αποφάσισε την απομάκρυνσή σου. Η θέση σου θα παραμείνει κενή
μέχρι νεωτέρας. Μάλλον προνόησαν ότι δεν θα ήταν εύκολο να βρουν κάποιον που να επιθυμεί να σε αντικαταστήσει.
Ο άντρας δεν άλλαξε στάση ούτε έκφραση.
– Η επιτροπή πάντα απολαμβάνει αυτές τις διαδικασίες. Νωρίς τελειώσατε. Φαντάζομαι κάποιοι βιάζονταν να
γυρίσουν στο σπίτι τους.
– Σε πληροφορώ ότι κάποιοι από τα μέλη επέμειναν να ληφθούν πιο αποτελεσματικά μέτρα.
Κούνησε το κεφάλι με κατανόηση.
– Φυσικά. Οι γνωστοί σκληροπυρηνικοί. Κάποτε ήσουν κι εσύ μέσα σε αυτούς.
Στράφηκε και τον κοίταξε.
– Ήσουν και τώρα;
Ο κουτσός αντιμετώπισε το βλέμμα του άντρα με σταθερότητα.
– Όχι, δεν ήμουν μαζί τους αυτήν τη φορά.
– Όσο γερνάς γίνεσαι πιο συναισθηματικός, γέλασε ο άλλος. Μη γίνεσαι πικρόχολος. Η επανάσταση είναι
υποχρεωμένη να παίρνει συχνά δύσκολες αποφάσεις. Δεν φταίει η επιτροπή που έχασες τον
προσανατολισμό σου. Βλέπεις, απολάμβανες που έγινες τόσο δημοφιλής. Στην αρχή έγραφες τα συνθήματα,
μετά τους λόγους του αρχηγού και τελικά κατέληξες να τους εκφωνείς και ο ίδιος. Έγινες η σημαία μας.
Ήσουν πολύτιμος σαν το χρυσάφι, αλλά το χρυσάφι υπάρχει πάντοτε κίνδυνος να εξαργυρωθεί.
Η επανάσταση δεν μπορεί να στηριχτεί στη λαμπρότητα ενός σταρ, το καταλαβαίνεις και μόνος σου.
Τα αστέρια αλλάζουν τις τροχιές τους. Ή και σβήνουν για πάντα.
– Με φοβάστε!
– Τυφλώθηκες από την ίδια σου την λάμψη και μπέρδεψες τις προτεραιότητές σου. Κάποια στιγμή θα ερχόταν ο λογαριασμός.
Η μπάλα κύλησε και σταμάτησε στα πόδια του. Την κλότσησε πίσω.
– Τα μέλη της επιτροπής αποφάσισαν να σου δώσουν την ευκαιρία να αποσυρθείς αυτοβούλως, έκανε ο κουτσός
και έσπρωξε προς το μέρος του έναν φάκελο.
– Εδώ είναι μια δήλωση που πρέπει να υπογράψεις, το εισητήριο για τον προορισμό σου και χρήματα για τον πρώτο καιρο.
Θα πάρεις μαζί σου τα απολύτως απαραίτητα. Η περιουσία σου όπως γνωρίζεις είναι ιδιοκτησία του κόμματος.
Ο άντρας πήρε τον φάκελο και τον στριφογύρισε στα δάχτυλά του, χωρίς να τον ανοίξει.
– Η Ελένη; Ο μικρός;
Ο κουτσός έξυσε το ξύλο με τα νύχια του. Έπαιξε με μια ακίδα.
– Η γυναίκα σου και το παιδί σου είναι απαραίτητο να μείνουν στην πρωτεύουσα για ένα διάστημα. Το κόμμα
θα φροντίσει να καλύψει όλες τις ανάγκες τους. Όταν περάσει καιρός και η ιστορία σου ατονήσει, θα βρούμε
έναν τρόπο να τους φέρουμε εκεί που θα βρίσκεσαι.
– Θέλετε να μοιάζει σαν να το σκάω. Σας βολεύει να με ξεφορτωθείτε σαν ένα δειλό.
Ο κουτσός έπλεξε τα δάχτυλά του πάνω στην κοιλιά του. Παρατηρούσε τους περαστικούς που περνούσαν και απομακρύνονταν.
– Η προστασία της επανάστασης προέχει από τους προσωπικούς εγωισμούς μας. Σου θυμίζω ότι παλαιότερα έχεις
προτείνει κι εσύ ανάλογα μέτρα.
Ο άντρας στριφογύρισε το δαχτυλίδι στη φάλαγγά του.
– Το θυμάμαι, απάντησε στεγνά.
– Έρχεται κάποια στιγμή που μπορεί να βρεθεί ο καθένας από εμάς να κάθεται σε ένα σκληρό κάθισμα και
να περιμένει μια απόφαση πίσω από μια κλειστή πόρτα. Οφείλουμε να είμαστε προετοιμασμένοι.
– Φυσικά και ήμουν προετοιμασμένος, έκανε ο άντρας με αγανάκτηση. Και πάλι όμως είναι δύσκολο να χωνέψεις ότι αυτό
που πιστεύεις, αυτό που έκανες φριχτά πράγματα για να το υπερασπιστείς, τώρα στρέφεται εναντίον σου.
Τότε αντιλαμβάνεσαι ότι έχεις πολλά να αναλογιστείς. Και ίσως δεν σου φτάνει ο χρόνος.
Έδωσε τον φάκελο πίσω στον κουτσό. Εκείνος τον πήρε με συγκατάβαση.
– Το περίμενα ότι θα αντιδρούσες έτσι, είπε.
Έμειναν ακίνητοι για λίγο. Κάποια παιδιά ζητωκραύγασαν. Η ομάδα τους κέρδισε.
– Εσύ θα το κανονίσεις; ρώτησε ο άντρας.
– Σε μένα έπεσε ο κλήρος.
– Η επιτροπή πάντοτε είχε μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ.
Οι ώμοι του κουτσού χαμήλωσαν.
– Φαντάζομαι ότι θεώρησαν ότι έτσι βάζουν και εμένα σε μια δοκιμασία. Εξάλλου με αυτόν τον τρόπο θα με έχουν
για πάντα στο χέρι. Αν το μάθει κάποτε η κόρη μου δεν θα θέλει να με ξαναδεί.
– Πού ξέρεις; Μπορεί και η Ελένη να είναι προετοιμασμένη.
Τα πιτσιρίκια τώρα είχαν καθίσει στο τσιμέντο και έπιναν νερό από πλαστικά μπουκάλια. Γελούσαν και πειράζονταν.
Η μπάλα παρατημένη πιο πέρα. Ο άντρας κοίταξε το ρολόι του.
– Για πότε το βλέπεις;
– Όπου να ´ναι θα πέσει το σκοτάδι. Να μαζευτούν τα παιδιά, να αδειάσει το πάρκο. Έχεις χρόνο να το σκεφτείς.
Ο άντρας πήρε από δίπλα του την εφημερίδα και την άνοιξε. Τα γράμματα ίσα που ξεχώριζαν στο λιγοστό φως.
– Ας περιμένουμε τότε, είπε.
Το παρόν διήγημα αποτελεί εργασία για το μεταπτυχιακό στο μάθημα
του Θανάση Βαλτινού.
©2025 Δημήτρης Ψαθόπουλος
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
