Διήγημα
Τα λαμπάκια στο μικροσκοπικό παλιό δεντράκι αναβόσβηναν με ρυθμό. Αν και έπαιρναν εδώ και χρόνια την εντολή να δίνουν ζωή στο σκοτεινιασμένο δωμάτιο, και κάποια είχαν φτάσει στο τέρμα της ζωής τους, εξακολουθούσαν τα υπόλοιπα να προσπαθούν να εκτελέσουν το καθήκον τους.
– Κάποιος έφτιαξε γλυκά, σκέφτηκε ο κυρ- Χρήστος. Τα ρουθούνια του άνοιξαν διάπλατα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προς στιγμήν ένιωσε τη γεύση του σιροπιαστού μελομακάρονου στο στόμα του.
– Η διπλανή θα έφτιαξε… μάλλον θα έρθουν τα παιδιά της για τα Χριστούγεννα, είπε και τα μάτια του υγράνθηκαν. Ρούφηξε μια γουλιά τσάι από το φλυτζάνι. Είχε κρυώσει μα ήταν ακόμα γλυκό. Η τηλεόραση του έκανε παρέα με το Χριστουγεννιάτικο πρόγραμμά της αυτό το παγωμένο βράδυ… η τηλεόραση και οι απρόσμενοι ήχοι των γειτονικών διαμερισμάτων. Ευτυχώς υπήρχε ακόμα ο κόσμος γύρω του.
– Χρήστο μου, σήκω ν΄αλλάξεις, όπου να΄ναι έρχονται, ακούστηκε η φωνή της κυρα- Χρυσούλας από το βάθος της κουζίνας.
– Έχουμε καιρό ακόμα. Νωρίς είναι, είπε εκείνος βαριεστημένα.
– Ετοιμάσου εσύ και μετά κάθισε. Έλα αγάπη μου σε παρακαλώ, τον ικέτεψε εκείνη.
Σηκώθηκε εκείνος δυσανασχετώντας και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα. Πάνω στο καλοστρωμένο κρεβάτι υπήρχαν απλωμένα τα ρούχα που θα φορούσε. Μοσχοβολούσαν καθαριότητα. Το ριγωτό πουκάμισο με τη χάρτινη τσάκιση στα μανίκια, μύριζε μαλακτικό.
– Χρυσούλα, κάλτσες δεν έχει, φώναξε εκείνος ελέγχοντας το σύνολο ένδυσης. Η μορφή της φάνηκε στην πόρτα του δωματίου
– Στο συρτάρι είναι Χρήστο μου, ας έπαιρνες μόνος σου, διαμαρτυρήθηκε.
Έβγαλε ένα ζευγάρι από το μικρό κομοδίνο και του το έδωσε. Ο κυρ- Χρήστος ξεκίνησε να ντύνεται σχεδόν ανόρεχτα.
– Άντε μην αργείς, θέλω βοήθεια με το τραπέζι, τον προειδοποίησε η γυναίκα του.
– Κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια… βαρέθηκα πια, ψέλλισε εκείνος σαν βγήκε η κυρά Χρυσούλα απ’ το δωμάτιο.
– Θα φάμε, θα πιούμε, θα μας πάρουν το κεφάλι τα παιδιά με τη βαβούρα τους και θα φύγουνε. Δεν μπορούν να καταλάβουν ότι είμαστε μεγάλοι πια και δεν αντέχουμε;, σκεφτόταν τώρα πια. Σε λίγο βγήκε απ’ το δωμάτιο έτοιμος. Η κυρά Χρυσούλα πηγαινοερχόταν απ’ την κουζίνα στο σαλόνι κουβαλώντας όλα όσα χρειάζονταν για το γιορτινό βράδυ. Στοργικά, αδιαμαρτύρητα, χαμογελαστά έστρωσε και στόλισε το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Ένα μεγάλο βάζο γεμάτο γκι βρισκόταν στη μέση, και τα πορσελάνινα πιάτα του παλιού επίσημου σερβίτσιου, γύρω του. Τα κρυστάλλινα ποτήρια κρατούσαν τη θέση μπροστά τους και τα επίχρυσα μαχαιροπίρουνα ήταν στις δυό πλευρές τους. Οι κατακόκκινες χαρτοπετσέτες έσπαγαν το λευκό τοπίο του τραπεζιού. Η μυρωδιά του γεμιστού κοτόπουλου με σταφίδες, κάστανα και κουκουνάρια πλημμύριζε το χώρο. Κοιτώντας το στρωμένο τραπέζι νόμιζε κανείς ότι το κοφτό τραπεζομάντιλο χαμογελάει από ευτυχία. Περίμενε αυτή τη στιγμή μια ολόκληρη χρονιά πώς να μη χαμογελάει;
-Έτοιμος;, του είπε σαν τον είδε μπροστά της ενώ μετέφερε τις σαλάτες. Ακούμπησε τις στολισμένες σαλατιέρες στη θέση τους και γύρισε να καμαρώσει τον άντρα της.
– Χρήστο μου είσαι κούκλος! Και του χρόνου αγάπη μου, χρόνια πολλά! Η βαθιά αγάπη της και ο σεβασμός στο πρόσωπό του, σχεδόν μισό αιώνα, φάνηκε στο αγκάλιασμα που του χάρισε.
– Χρόνια μας πολλά Χρυσούλα μου! Να έχουμε υγεία να χαιρόμαστε ο ένας τον άλλον, απάντησε γλυκά εκείνος. Ο ήχος του κουδουνιού ακούστηκε και οι δυο ευτυχισμένοι γονείς πετάχτηκαν σαν ελατήρια από τις πολυθρόνες τους. Η κυρά Χρυσούλα άνοιξε την πόρτα και τα χαρούμενα και αγαπημένα πρόσωπα των παιδιών και των εγγονών τους φάνηκαν.
– Καλησπέρα μαμά μου χρόνια πολλά! Άνοιξε το πάρτι των ευχών η μεγάλη κόρη. Περνώντας το κατώφλι ένα- ένα τα παιδιά αγκάλιαζαν σφιχτά και εύχονταν μακροημέρευση στη μητέρα τους. Ο κυρ – Χρήστος στεκόταν μόλις τρία βήματα πίσω της.
– Μπαμπά μου, μπαμπούκα μου γλυκέ, χρόνια σου πολλά! Εύχομαι να ζήσεις πολλά πολλά χρόνια ακόμα, να σε χαιρόμαστε και να σε αντέχουμε, ευχήθηκε και πάλι πρώτη η κόρη αστειευόμενη.
– Αμ, θα ζήσω και θα σας παιδεύω. Δε θα γλυτώσετε εύκολα από μένα, απάντησε στο αστείο της εκείνος. Η διάθεση όλων ήταν πολύ χαρούμενη. Η βραδιά θα κυλούσε ευτυχισμένα. Η διάταξη στο τραπέζι ήταν δεδομένη χρόνια τώρα, ακόμα και όταν προστέθηκαν νέα μέλη στην οικογένεια. Ο κυρ- Χρήστος καθόταν πάντα στην κεφαλή του τραπεζιού και στην διπλανή του καρέκλα η κυρά Χρυσούλα. Στις υπόλοιπες θέσεις έμπαιναν τα παιδιά, κατά οικογένεια, σύμφωνα με την προτεραιότητα που τους έδινε η ηλικία τους. Η μόνη εξαίρεση στον κανόνα ήταν ο μικρός Χρήστος που δεν διαπραγματευόταν τη διπλανή καρέκλα του παππού. Το γιορτινό τραπέζι γέμισε καλούδια. Το πεντανόστιμο κοτόπουλο έκανε φτερά γρήγορα. Η πιατέλες με τις πίττες της γιαγιάς ήταν τώρα πια λειψές και τα πιατάκια με τα τυριά και τα αλλαντικά σχεδόν άδεια. Οι καράφες με το κόκκινο κρασί άδειαζαν και γέμιζαν και ξανάδειαζαν εν ριπή οφθαλμού. Η παρέα είχε φτάσει στο τσακίρ κέφι. Η μουσική που άλλοτε δυνάμωνε και άλλοτε χαμήλωνε συνόδευε αυτή την ευλογία.
– Έλα, έλα Χρυσουλίτσα μου σήκω να χορέψεις με τη γιαγιά σου να σε χαρώ, ζήτησε ο κυρ-Χρήστος από την μικρή εγγονούλα του. Δε χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα τον κοριτσάκι, άρπαξε το χέρι της γιαγιάς του και ξεκίνησαν το λίκνισμα. Ο κυρ- Χρήστος γελούσε, αγαλλίαζε η καρδιά του. Στιγμές- στιγμές ένιωθε τα μάτια του να δακρύζουν μα τα συγκρατούσε να μην τρέξουν. Ήτανε δάκρυα χαράς μα ήταν δικά του, δε θα τα μοιραζόταν με κανέναν. Το κέφι μεταδόθηκε γρήγορα σε όλους και σε λίγο το τραπέζι άδειασε. Είχαν στήσει ένα απρόσμενο γλέντι. Ο κυρ- Χρήστος απ΄τη θέση του κοιτούσε και καμάρωνε
– Ααα, ρε Χρήστο… κοίτα τι έφτιαξες, κοίτα τι κατάφερες…τώρα μπορείς να φύγεις αν Ο Θεός γουστάρει, σκεφτόταν και γελούσε.
– Παππού, ακούστηκε μια φωνούλα. Ήταν η εγγονούλα του η Κατερίνα.
– Έλα μάτια μου, της γλυκοαπάντησε.
– Δε θέλω να πεθάνεις…ούτε η γιαγιά, είπε θλιμμένα το μικρό κοριτσάκι
– Δεν πεθαίνουμε εμείς Κατερίνα μου, μη φοβάσαι, την ανακούφισε εκείνος. Η αγκαλιά που ακολούθησε δεν πληρωνόταν με τίποτα. Τα δυο μικρά χεράκια έγιναν πολύτιμο περιδέραιο που έσφιξε το λαιμό του κυρ- Χρήστου και τον έπνιξαν… από αγάπη!
Οι ώρες κύλησαν σαν νερό. Τα γέλια, τα τραγούδια, οι χοροί έδιναν κι έπαιρναν. Το τραπέζι άδειασε από τα λερωμένα πιάτα του γεύματος και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί πιατέλες γεμάτες μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δίπλες, μπακλαβάδες και τα μοναδικά ροξάκια που έφτιαχνε τόσο περίτεχνα η νοικοκυρά και μάνα αυτής της οικογένειας. Παρόλο που όλοι είχαν ξεπεράσει τον εαυτό τους στο φαγοπότι εντούτοις ήταν αδύνατον να αντισταθούν και να αδιαφορήσουν για τα μοναδικά γλυκά της δικιάς τους κυρά Χρυσούλας.
– Θα μας σκάσεις σήμερα πεθερούλα μου! Είπε ο γαμπρός της ο Σάββας και έβαλε στο πιάτο ου ένα απ’ όλα. Την κίνησή του ακολούθησαν οι πάντες στο τραπέζι.
– Να φέρω κι ένα λικεράκι που έφτιαξα; Ρόδι είναι, ρώτησε η κυρά Χρυσούλα, μα οι παρευρισκόμενοι αρνήθηκαν. Είχε καταναλωθεί τόσο κρασί που άλλο αλκοόλ δε χωρούσε στον οργανισμό τους. Σε λίγο οι διαμαρτυρίες των μικρότερων καλεσμένων άρχισαν να εμφανίζονται. Ένα- ένα ζητούσαν από τους γονείς τους να αποχωρίσουν. Είχαν βαρεθεί και νυστάξει. Η βραδιά έφτανε στο τέλος της.
Σηκώθηκαν όλοι μαζί και πήραν τα πανωφόρια τους.
– Καληνύχτα μπαμπά μου. Χρόνια σου πολλά. Σ’ αγαπώ πολύ!! Αυτές ήταν οι τελευταίες κουβέντες για τα Χριστούγεννα που μόλις είχαν περάσει από το στόμα όλων των παιδιών και εγγονών του κυρ-Χρήστου. Τις ίδιες άκουσε και η κυρά Χρυσούλα μαζί με ατέλειωτα κομπλιμέντα για τη μαγειρική της όπως και πολλές ευχαριστίες για το πανέμορφο τραπέζι που είχε οργανώσει.
– Σήμερα πήραμε το ομορφότερο δώρο από εσάς κι εγώ και ο πατέρας σας. Χρόνια πολλά σε όλους, καλή Πρωτοχρονιά! Να προσέχετε, σας αγαπάμε πολύ!, είπε η κυρα- Χρυσούλα κοιτάζοντας με στοργή ένα- ένα. Ο ήχος της πόρτας τη στιγμή που έκλεινε σήμανε το τέλος…της γιορτής. Ο κυρ- Χρήστος σηκώθηκε από τη θέση του, αγκάλιασε τη γυναίκα του και είπε
-Χρυσούλα μου χρόνια είχαμε να γλεντήσουμε τόσο. Δόξα Τω Θεώ!, της έδωσε ένα τρυφερό φιλί και γύρισε την πλάτη του για να κατευθυνθεί προς την κρεβατοκάμαρα.
– Πού πας Χρήστο μου;
– Πάω ν’ αλλάξω.
– Κάτσε, μην αλλάξεις ακόμα, κάτσε να σε χαρώ λίγο έτσι που είσαι όμορφος σήμερα.
– Άσε με να πάω ν’ αλλάξω για να σε βοηθήσω να μαζέψουμε.
Η κυρά Χρυσούλα τον τράβηξε από το χέρι και τον έβαλε να καθίσει στη ζεστή του πολυθρόνα. Αν και παραξενεύτηκε εκείνος, ακολούθησε το “θέλω” της.
– Τέλος πάντων…πω πω, κοίτα τι γίνεται… άντε να μαζευτούν όλα αυτά τώρα. Δε βαριέσαι θα τα κάνουμε σιγά- σιγά, περάσαμε όμορφα κι αυτό μετράει, είπε ευτυχισμένος.
Η κυρά Χρυσούλα κάθισε δίπλα του, πήρε το χέρι του μέσα στα δικά της, τον κοίταξε γλυκά μέσα στα μάτια και του είπε
– Χρήστο μου άστα φέτος, ας μη τα μαζέψουμε αμέσως. Πάμε μια βόλτα να πάρουμε λίγο αέρα; Εκείνος την κοίταξε παραξενεμένος. Η πρόταση που μόλις του είχε κάνει ήταν κάτι έξω από εκείνη. Πενήντα χρόνια τώρα της ήταν αδιανόητο να αφήσει έστω και ένα φλυτζάνι άπλυτο στο νεροχύτη της κουζίνας, πόσο μάλλον ένα ολόκληρο τραπέζι με λερωμένα πιάτα και αποφάγια στο σαλόνι…
– Χρυσούλα μου είσαι καλά; Μήπως σε πείραξε το κρασάκι κορίτσι μου;
– Όχι αγάπη μου καλά είμαι, μα έχω πεθυμήσει έναν περίπατο μαζί σου κάτω απ’ τ’ αστέρια.
Όσο κι αν τα πόδια του ήταν εκατό κιλά, όσο κι αν το κρασάκι είχε κάνει τη δουλειά του, όσο κι αν νύσταζε, δεν του πήγαινε η καρδιά να της χαλάσει το χατίρι, να την αφήσει παραπονεμένη χρονιάρα μέρα.
– Εντάξει κορίτσι μου, στάσου να πάρω το παλτό μου και πάμε.
-Χρήστο μου, άστο το παλτό. Δεν κάνει κρύο, δε θα κρυώνεις σήμερα. Θα δεις θα είναι ο πιο ζεστός μας περίπατος, του είπε και άνοιξε την πόρτα. Εκείνος την έπιασε απ’ τον ώμο και βγήκαν από το σπίτι αγκαλιασμένοι.
Το κουδούνι χτυπούσε επίμονα. Κάποιες φορές βάναυσα χτυπήματα στην πόρτα καλούσαν τον ιδιοκτήτη να ανοίξει. Το χέρι της Μαίρης κινούνταν συνεχώς από το κουμπί του κουδουνιού στην ξύλινη επιφάνεια της πόρτας.
– Κυρ-Χρήστο.
Η καλή γειτόνισσα του ηλικιωμένου ανθρώπου τον είχε έγνοια. Τον πρόσεχε σαν πατέρα της μα το προηγούμενο βράδυ δεν “χωρούσε” στην οικογενειακή της μάζωξη. Ήταν σίγουρη πως του είχαν μυρίσει τα γλυκά της αλλά και τα φαγητά που είχε πάνω το εορταστικό της τραπέζι, και ξημερώνοντας η νέα μέρα ήταν το πρώτο πράγμα που έκανε, Έφτιαξε ένα πιάτο με γλυκά και ένα με αλμυρά εδέσματα και πήγε στον καλό της γείτονα. Τα χτυπήματα έγιναν ακόμα πιο δυνατά τώρα
– Κύριε Χρήστο ανοίξτε, η Μαίρη είμαι.
Άρχισε να ανησυχεί. Χτυπούσε και ξαναχτυπούσε.
– Μα δεν μπορεί να μην ακούει, η τηλεόραση είναι ανοιχτή… ακούγεται, δεν μπορεί να κοιμάται, σκέφτηκε.
Η ανησυχία της την γύρισε πίσω στο διαμέρισμά της. Πρώτα πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και μετά την κόρη του κυρ- Χρήστου, που είχε το τηλέφωνό της. Σε λιγότερο από μισή ώρα ήταν όλοι μαζεμένοι έξω απ’ το διαμέρισμα του ηλικιωμένου.
– Υπάρχει κάποιος συγγενής; ρώτησε ο αστυνομικός, που είχε προσπαθήσει κι εκείνος με τη χρήση του κουδουνιού.
– Ναι, εγώ είμαι η κόρη του, είπε η μεγάλη που είχε καταφθάσει μαζί με τη μικρότερη αδελφή της και το αδελφό τους.
-Έχετε κλειδιά ή να ειδοποιήσουμε κλειδαρά;
– Ναι έχω, ορίστε, είπε και άπλωσε το χέρι προς το μέρος του.
– Ωραία, κάντε όλοι ένα βήμα πίσω τώρα. Θα μπω εγώ πρώτα και θα σας φωνάξω, έδωσε οδηγίες ο αστυνομικός.
Το κλειδί μπήκε στην κλειδαριά. Η χαραμάδα της πόρτας έγινε άνοιγμα. Ο αστυνομικός τρύπωσε απ’ αυτό και ξανάκλεισε. Τα παιδιά του κυρ- Χρήστου ήξεραν πως κάτι κακό συμβαίνει μα εύχονταν να είναι το λιγότερο που θα μπορούσε.
– Ήθελα να περάσουμε το βράδυ μαζί μα δεν ήθελε να έρθει στο ρεβεγιόν… είπε κλαμένη η μικρή κόρη.
– Σώπα τώρα, της είπε ο αδελφός της που και εκείνος όπως και οι αδελφές του ένοιωθαν τύψεις. Ο ήχος της πετούγιας τους έσπασε τις καρδιές σε χίλια κομμάτια από την αγωνία. Ο αστυνομικός άνοιξε την πόρτα, αυτή τη φορά διάπλατα. Τους κοίταξε στα μάτια και δεν χρειάστηκε να πει λέξη… το βλέμμα του τα έλεγε όλα. Τα παιδιά του κυρ- Χρήστου εκεί που βιάζονταν να μπουν στο σπίτι, τώρα σέρνονταν προς την είσοδο του σπιτιού. Περνώντας το κατώφλι κόπηκαν τα πόδια τους. Άρχισαν να φωνάζουν όλα μαζί.
– ΠΑΤΈΡΑ ΜΟΥ! ΓΙΑΤΊ ΜΌΝΟΣ ΣΟΥ ΜΩΡΈ ΠΑΤΈΡΑ; και γονάτισαν μπροστά του ζητώντας του συγνώμη…
Ο κυρ- Χρήστος ήταν εκεί, στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Στο πρόσωπό του υπήρχε ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο που μαρτυρούσε ευτυχία και μέσα στα δυό του χέρια κρατούσε αγκαλιά την αγάπη του, τη Χρυσούλα του! Με κόπο και δυσκολία ξεκόλλησαν την κορνίζα από την αγκαλιά του, εκείνη την κορνίζα που απεικόνιζε τον άγγελό του. Ήταν εκείνη, εκείνη που τον πήρε μια βόλτα ακόμα, όχι τώρα κάτω απ’ τ’ αστέρια μα πάνω απ’ αυτά, εκεί, στο πρωτοϋπνη του. Ένα ήταν σίγουρο, πως τον κρατούσε από το χέρι.
ΤΕΛΟΣ
©2023 Καλλιόπη Θωμά
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Με αφορμή το μικρό αυτό διήγημα αλλά και τις Άγιες τούτες μέρες εύχομαι σε όλο τον κόσμο ΧΡΌΝΙΑ ΠΟΛΛΆ!! Ελπίδα, αγάπη, συμπόνια, ανθρωπιά και ευτυχία ας χαράξουν το δρόμο της νέας χρονιάς που πλησιάζει! Ας αφήσουμε τα μίση και τα πάθη και ας ξεσκεπάσουμε την όμορφη πλευρά της ψυχής μας!! Η διάδραση θα μας γυρίσει πίσω ότι προσφέρουμε!
Καλή χρονιά σε όλους μας, καλή συνέχεια αγαπημένη μας Γλαύκα με πολλές επιτυχίες! ❤🎄🎅❤
Από τ΄αγαπημένα μου. Ευχαριστούμε πολύ για τις ομορφες ευχες κορίτσι μου. Να είσαι πάντα καλά