Ερωτικό Instantane
Η ζωή στη μικρή κοινωνία του χωριού εκείνα τα χρόνια δεν είναι ποτέ εύκολη
και η Δέσποινα το ένιωσε από πολύ νωρίς. Το πρώτο φλερτ της έγινε μόλις στα 15 της.
Πολύ κολακεύτηκε όταν ο Γιάννης ένας 22χρονος συγχωριανός της, της είπε
πόσο ωραία μάτια έχει. Η Δέσποινα φυσικά ήξερε ότι δεν είχε ωραία μάτια,
αλλά της άρεσε που το άκουσε από ένα από τα ωραιότερα παλικάρια του χωριού.
Ο Γιάννης ψηλός δυνατός και μοντέρνος με το μικρό τατουάζ στο δεξί χέρι
και το σκουλαρίκι στο αυτί ήταν το ερωτικό απωθημένο κάθε συγχωριανής τους.
Από την άλλη γιος του Προέδρου του χωριού με ατέλειωτα χωράφια και αμέτρητα ζώα
ήταν το όνειρο κάθε γονιού, να τον κάνει γαμπρό για τη θυγατέρα του.
Έτσι το αγορίστικο πείραγμα του Γιάννη, στη νεαρή Δέσποινα σήκωσε φουρτούνα στην
ψυχή της. Όμως δεν τα έχασε.
Ψύχραιμα του ανταπέδωσε τη φιλοφρόνηση με ένα «και τα δικά σου δεν πάνε παραπίσω».
Το παλληκάρι αιφνιδιάστηκε από το θάρρος της κοπέλας.
Συνήθως στα πειράγματα τα μικρά κορίτσια έτρεχαν να κρυφτούν λέγοντας καμιά φορά
«άντε να χαθείς ανόητε».
Γύρισε και την ξανακοίταξε. «Δεν έχεις μόνο ωραία μάτια, ολόκληρη είσαι μια θεά».
Η Δέσποινα έλιωσε. Ξεπερνούσε τις αντοχές της η πρόκληση.
Κοκκίνισε, όμως δεν το έβαλε κάτω.
«Γι΄αυτό μου πρέπει θεός δεν νομίζεις; Και δεν σε κόβω για τέτοιον».
Αυτή και αν ήταν πρόκληση για το Γιάννη. Για πρώτη φορά του μίλησε κορίτσι έτσι.
Την ήξερε από νιάνιαρο που με τα κορδελάκια της έπαιζε κουτσό στην πλατεία του χωριού.
Για πρώτη φορά πρόσεχε πόσο είχε μεγαλώσει. Σχεδόν γυναίκα με το σφικτό μπλουτζίν να
τονίζει ένα υπέροχο κορμί και με τη στενή μπλούζα να δυσκολεύεται να συγκρατήσει το
εφηβικό στήθος της. Και το πρόσωπο! Άβαφο με τα μακριά μαλλιά ανάκατα σαν αμαζόνα.
Πως του ξέφυγε τόσο καιρό αυτό το θρασύ πλάσμα;
Μετά από δύο ημέρες βγήκαν το πρώτο ραντεβού. Δεν ήταν και εύκολο στο μικρό χωριό να
περάσουν απαρατήρητοι, αλλά τα κατάφεραν. Βρέθηκαν στο ξωκκλήσι του Αγίου Ανδρέα
και εκεί στην αυλή έδωσαν το πρώτο φιλί και τις επόμενες ημέρες ακόμη περισσότερα.
Τίποτε δεν μένει όμως κρυφό σε ένα τόσο μικρό μέρος. Το έμαθαν οι οικογένειές τους.
Και μεν της Δέσποινας τρίβανε τα χέρια από τη χαρά, στο σπίτι όμως του Γιάννη κατέβηκε
η κόλαση. Του κόσμου τα συνοικέσια έδιωξαν γιατί θέλανε την καλύτερη νύφη. Το παλληκάρι
τους θα έπρεπε να πάρει μια κοπέλα από πολιτική οικογένεια, γιατί κάποτε θα γινότανε
Βουλευτής της περιοχής τους. Είχαν ήδη εντοπίσει και την υποψήφια, απλά περίμεναν να
ωριμάσει και το παιδί τους γιατί όλο βλακείες έκανε. Και μια από αυτές ήταν και η Δέσποινα.
Προσπάθησαν να τον νουθετήσουν, όμως αυτός μαθημένος να κάνει το δικό του, ούτε που
έδωσε σημασία. Σταματούσε για λίγο να την βλέπει, μετά από λίγες μέρες να τον πάλι να
τρέχει στα λαγκάδια να τη συναντήσει. Αφού ο δικός τους δεν καταλάβαινε τίποτε, έπιασαν
την ίδια και με απειλές και προσβολές, πίστεψαν ότι θα είχαν καλύτερο αποτέλεσμα.
Αμ δε!. Αντί να φοβηθεί την πανίσχυρη οικογένεια η Δέσποινα άρχισε να κόβει βόλτες
μπροστά από το σπίτι τους βαμμένη ξεδιάντροπα φορώντας κάτι τακούνια 20 πόντους ψηλά
που δανείσθηκε από τη θεία της.
Στο τέλος ο πατέρας του Γιάννη, δεν άντεξε και είπε στο γιο του να επιλέξει ή αυτούς
ή το μικρό πορνίδιο. Και αυτός φυσικά που ποτέ δεν διακρίθηκε για τα θάρρη του,
έσκυψε το κεφάλι και διάλεξε τη σιγουριά.
Η Δέσποινα ταπεινώθηκε και πληγώθηκε, όμως δεν απελπίστηκε. Κατάφερε με επιμονή να
ξαναβρεθούν μερικές φορές, αλλά αυτό αποδείχθηκε κακή ιδέα. Μόνο που δεν σκοτώθηκαν.
Τιποτένιο τον είπε, τσούλα την απάντησε, δειλό μαμάκια του είπε, ηλίθια και εύπιστη την
απάντησε, άνανδρο τον είπε, σατανά την απάντησε.
Η κατάσταση είχε ξεφύγει και φαινότανε ότι δεν υπάρχει επιστροφή. Ο αρχικός έρωτας
μετατράπηκε σε ένα ολοκληρωτικό μίσος. Ήθελε να τον εκδικηθεί με όλη τη δύναμη της
ψυχής της. Όλα τα όνειρα, όλες οι ελπίδες, όλα τα σχέδια για κοινή ζωή έσβησαν,
αφήνοντας βαθιές πληγές κυρίως σε αυτήν. Μισούσε τον Γιάννη, μισούσε τους γονείς του,
αλλά πιο πολύ μισούσε τη λίγο μεγαλύτερη της αδελφή του, που στο σχολείο την κοίταζε γεμάτη
αυτάρεσκη ειρωνεία και όλο κάτι μουρμούριζε στις φίλες της και γελούσαν
κοιτάζοντάς την ξεδιάντροπα.
Μια φορά μάλιστα που περνούσε από δίπλα της, της φώναξε.
«Πολύ ψηλά θωρείς κοπελιά. Άντε στην τρύπα σου και μην βγεις από κει. Ο καθένας όπου τον έταξε η μοίρα.
Και εσύ δεν είσαι για μεγάλα σαλόνια».
Και γέλασε και μαζί της όλες οι φίλες της.
Αυτό την έριξε σε μελαγχολία, άφησε και το σχολείο και κλείστηκε στο σπίτι της.
Μερικές φορές χάνονταν περπατώντας μόνη στα απόκρυφα μέρη που συνήθιζε να πηγαίνει με το
Γιάννη. Όλοι στο χωριό ήξεραν ότι ατιμάστηκε και αυτό δεν θα ήταν εύκολο νε ξεχαστεί.
Οι γονείς της από την απόλυτη χαρά ενός καλού γάμου, έπεσαν στο απόλυτο κενό, να τους
μείνει το παιδί τους στο ράφι.
Όμως η ώρα της αντιστροφής δεν άργησε να έλθει. Οι εμετοί, οι ζαλάδες και η καθυστέρησή
της ήταν κακά προμηνύματα. Ο γιατρός το επιβεβαίωσε. Έγκυος στον τρίτο μήνα. Κεραυνός
στην οικογένεια της Δέσποινας. Αυτό παρά ήταν βαρύ για να το αντέξουν. Της πρότειναν, τη
διέταξαν μάλλον να ρίξει το παιδί. Το είχαν κανονίσει ήδη και με το γιατρό.
Αυτή όμως αρνήθηκε. Η εκδίκησή της μόλις ξεκινούσε.
Πρώτη της δουλειά ήταν να ψάξει τον Γιάννη. Τον βρήκε να χαζολογάει με τους φίλους του
στο καφενείο του χωριού. Σιωπή έπεσε μόλις την είδαν φουριόζα να μπαίνει στο μαγαζί.
Τίποτε καλό δεν προμήνυε το σκοτεινό της βλέμμα.
«Εσύ, του είπε δείχνοντάς τον με το δάκτυλο. Βγες έξω λιγάκι να τα μιλήσουμε».
Ποιος θα αντιστέκονταν στο διάολο, εάν τον έβλεπε ξαφνικά μπροστά του. Κοίταξε με
παγωμένο χαμόγελο την παρέα του και ανασηκώνοντας δήθεν αδιάφορα τους ώμους την
ακολούθησε στο δρόμο.
«Άκουσέ με καλά κάθαρμα του είπε. Είμαι έγκυος και ανήλικη. Εάν δεν θέλεις να σαπίσεις
στη φυλακή, κάνε αυτό που πρέπει».
Εάν ο ουρανός ήταν από κρύσταλλο θα είχε διαλυθεί στο κεφάλι του.
«Μα πως ψιθύρισε. Μια φορά το κάναμε και αυτό όχι σωστά».
«Φαίνεται ότι και μισή φτάνει για να γίνει. Και εσύ τώρα σκέψου. Δύο δρόμοι. Εκκλησία ή
φυλακή. Πάμε στον παπά ή στην αστυνομία. Η απόφαση δική σου. Αύριο θέλω την απάντηση».
Και έφυγε με το κεφάλι ψηλά, χωρίς να ρίξει μια ματιά στην παρέα, που μέσα από το τζάμι
προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Τον έβλεπαν χλωμό να κοιτάει το τίποτα και αυτήν
περήφανη με το κεφάλι ψηλά, να φεύγει αγέρωχα.
Την άλλη μέρα η απάντηση ήλθε. Εκκλησία. Ρώτησαν τον αστυνόμο, ρώτησαν και δικηγόρο
και είδαν ότι η σύλληψη και η καταδίκη ήταν σίγουρη. Ανήλικο κορίτσι αποπλάνησε,
βιασμός χαρακτηρίζεται, δεν είναι παιχνίδια αυτά. Αυτό κατέστρεφε το πολιτικό μέλλον του
κανακάρη τους, θα λέρωνε και τον φάκελό του. Έστειλαν μαντάτα για έναν σύντομο και
κρυφό γάμο, μα λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο.
«Πρώτα να έλθει όλη η οικογένεια και να με ζητήσει επίσημα από τους γονείς μου, κατά πως
πρέπει. Και στον γάμο θα προσκληθεί όλο το χωριό και θα γίνει μεγάλο γλέντι».
Και φυσικά έγινε. Δύο μέρες γλένταγαν οι χωριανοί και πλήρωναν οι γονείς του Γιάννη,
που δεν είχαν κουράγιο, ούτε για ένα ποτό να κατεβούν στην πλατεία.
Και στην εκκλησία πάλι παρών όλο το χωριό. Και μπροστά στο βήμα καμαρωτοί οι γονείς
και τα αδέλφια της νύφης και σκυφτοί και χαμηλοβλέποντες οι γονείς και η αδελφή του γαμπρού.
Ήλιος και φως από τη μια μεριά, πίσσα σκοτάδι και καταιγίδα από την άλλη.
Μετά το γάμο η νύφη πήγε στο καινούργιο της σπίτι. Αφέντρα. Ούτε που καταδέχθηκε να
καληνυχτίσει τα πεθερικά και την κουνιάδα της.
Ο Γιάννης χαμένος δεν ήξερε που να πάει, με ποιους να σταθεί και ποιους να αφήσει.
«Εσύ μαζί μου του είπε. Δείξε μου το δωμάτιό μας, είμαι κουρασμένη και νυστάζω».
Μετά από 6 μήνες η Δέσποινα γέννησε ένα πανέμορφο αγοράκι. Όλοι έλεγαν πόσο μοιάζει
τον μπαμπά του. Από το σόι του τα πήρε όλα. Μάτια, φρύδια, μύτη, στόμα. Τρελάθηκαν και
οι γέροι με το πρώτο τους εγγόνι. Και η Δέσποινα που ήταν πια και η οικοδέσποινα όλου του
σπιτιού, καθώς νανούριζε το μικρό της του ΄λεγε ψιθυριστά.
«Κοιμήσου ήσυχος γλυκέ μου. Κοίτα τι ωραίο σπίτι σου βρήκα.
Μεγάλωσε γλυκέ μου, γίνε άνδρας και κάποια μέρα θα μάθεις για το πόσο όμορφος
και καλός είναι ο πραγματικός σου πατέρας».
©2025 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
