Φορούσε παλτό η μέρα,
και σκούρα γυαλιά και καπέλο.
Ντάλα μεσημέρι ενός Αυγούστου
που όλα μύριζαν καμένα όνειρα και πνιγμένες ελπίδες.
Μαύρο το χρώμα του, μακρύ ως τα κάτω,
να κρύβει τα γυμνά ποδάρια της
τα τραχιά, τα πληγιασμένα.
Ζάβγιες και χοντρά κουμπιά το πλαισίωναν,
κουμπωμένα ως απάνω,
τελείωναν σε έναν γιακά – βρόγχο και γόρδιο δεσμό μαζί,
που την έπνιγε,
έτσι που να μη μπορεί ν΄ανασάνει τον αέρα
που έζεχνε σάπιες ανάσες ενός κόσμου που αποσυντίθεται,
χωρίς καν να γνωρίζει πως πέθανε.
Καλημέρα,
της φώναζε ο ήλιος χαμογελώντας ειρωνικά,
παλεύοντας να διαπεράσει το μαύρο παλτό.
Καλημέρα,
της φώναζε ο αγέρας ξεφυσώντας στον βρογχογιακά
που έπνιγε τον λαιμό της.
Καλημέρα,
της φώναζε ο κόσμος
κι έστρεφε εκείνη το κεφάλι με αηδία και αποστροφή.
Όχι, δεν ήταν ακατάδεχτη και ψηλομύτα,
είχε απλά τίς μαύρες της.
Ήρθε, να κάνει τη βάρδια της ως όφειλε,
να περάσει όσο το δυνατόν απαρατήρητη και να γίνει κομμάτι του χτες.
Όλοι λάτρευαν το χτες,
όλοι είχαν κάτι όμορφο να θυμηθούν που πέρασε και έγινε χτες,
κανείς δεν ήθελε το σήμερα,
το σκληρό, το απάνθρωπο, το απρόσωπο, το μίζερο,
το καταστροφικό, το αναιδές, το ανήθικο …
Είχε ακούσει πολλά τέτοια επίθετα που στόλιζαν το σήμερα,
εξ ου και το παλτό, τα μαύρα γυαλιά, το καπέλο.
Να φύγω σκεφτόταν,
σαν να μην είχα έρθει ποτέ στο σήμερα, στο τώρα,
σαν να ήμουν από πάντα χτες.
Περνούσαν οι ώρες,
άλλοτε γρήγορα βιαστικές, άλλοτε αργά βασανιστικά.
Κελαηδούσαν στα δέντρα τα πουλιά
μύριζε δυόσμο, μέντα και βασιλικό ο κόσμος,
από τ΄ανοιχτά του παράθυρα έβγαιναν γέλια, κλάματα, αναστεναγμοί,
βρισιές και προσευχές και ικεσίες σ΄έναν θεό
που δεν πίστευαν καν πως υπάρχει.
Στις θάλασσες έπλεαν γλάροι λευκοί,
πάνω σε κύματα διάφανα, γυμνά,
αγκαλιές δροσερές σε βράχους ακίνητους, εραστές αμετανόητους.
Η μέρα περνούσε αδιάφορη
κρυμμένη στο μαύρο της παλτό , γεμάτη εικόνες, ψίθυρους,
κραυγές, παράπονα, χαμόγελα και αγάπη αληθινή, ψεύτικη, προσποιητή.
Άρχισε να βαραίνει το παλτό,
άρχισε να την πνίγει ο γιακάς, άρχισαν να την τρυπούν οι ζάβγιες,
άρχισαν να την βαραίνουν τα κουμπιά.
Σαν έγειρε ο ήλιος πίσω από το βουνό,
σαν άρχισε να φτάνει ο χρόνος της στο τέλος,
σαν το σκοτάδι πήρε την σκυτάλη από το φως,
άρχισε να ξεκουμπώνεται,
πέταξε στον άνεμο το καπέλο,
άφησε λεύτερα τα ξέπλεκα μαλλιά,
πέταξε στην άκρη τα σκούρα της γυαλιά.
Κοίταξε προς την θάλασσα,
ένας ασημένιος δρόμος την καλούσε στου φεγγαριού την αγκαλιά.
Άφησε το παλτό να πέσει στα βρεγμένα βότσαλα,
και ελεύθερη, γυμνή, ανάλαφρη, βούτηξε στο νερό.
Τώρα μπορεί γοργόνα να γίνει,
σειρήνα, άστρο και σύννεφο
και ήχος και σκιά και όνειρο ως το ξημέρωμα.
Ύστερα όλα θα έχουν τελειώσει,
ύστερα θα έχει γίνει χτες …
Κτενά Ρούλα
