Μοντέρνα ποίηση * Ποίημα
Διψάει η ψυχή
σαν τη γη,
που τιμώρησαν με ξηρασία…
Παραδίπλα
η Άνοιξη ανθίζει ξανά
μα εγώ κλείνω τα μάτια
να μη δω.
Αρνούμαι
ν΄ αντικρύσω ανόητους ανθρώπους
να γεύονται φιλιά λουλουδιασμένα,
βυθισμένοι σ΄ άγνοια κινδύνου.
Πονάει βαθιά,
να επιβιώνεις με παγωμένη ματιά.
Μια βουβή επανάσταση
δίχως απώλειες
με λιγοστά δάκρυα – αγωνιστές,
που αναζητούν
ένα γνήσιο μανιφέστο επιβίωσης.
Ποτέ δε θα συγχωρέσω
το τελευταίο σου φιλί,
την ελπίδα
που τόλμησε να πλέξει τα μαλλιά,
να με χορέψει γιορτινά.
Έρημη και άγονη
-ένα αταίριαστο σκιάχτρο-
σε χωράφι
που οι παπαρούνες παρανομούν επίμονα
για να μ΄ εξιτάρουν.
Αν ήσουν εδώ θα σ΄ έφτυνα…
Θα καταριόμουν το χώμα που πατάς
Θα λέρωνα χείλη και ψυχή
για να σε τιμωρήσω…
Άκου τον κότσυφα…
κι αυτός σαν την αγάπη μου,
παλεύει για το τελευταίο του φιλί…
©2026 Μαρία Σταυρίδου
Επιμελήτρια Εκδόσεων
Διαχειρίστρια του blog των Εκδόσεων Γλαύκα

Παναγιώτης Κουμουνδούρος
Το κείμενο αυτό δεν είναι ποίημα· είναι ένα «μανιφέστο επιβίωσης», είναι μια κραυγή
που στερεοποιήθηκε, μια εσωτερική έκρηξη που παγιδεύτηκε σε λέξεις.
Ξεκινά με τη χαρτογράφηση μιας ψυχής που ορίζεται ως «τιμωρημένη γη»,
όπου η Άνοιξη δεν έρχεται ως λυτρωτής, αλλά ως εισβολέας.
Η ανθοφορία «παραδίπλα» λειτουργεί σαν ένας ανυπόφορος σαρκασμός της φύσης,
μετατρέποντας τη χαρά των άλλων σε μια «ανόητη» επίδειξη
που η ηρωίδα αρνείται να προσκυνήσει, κλείνοντας ερμητικά τα βλέφαρα.
Εδώ, ο πόνος αποβάλλει τον μανδύα της θλίψης και φοράει τη στολή της μάχης.
Δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή ερωτική συντριβή, αλλά με έναν υπαρξιακό πόλεμο.
«Ποτέ δε θα συγχωρέσω… την ελπίδα που τόλμησε να πλέξει τα μαλλιά,
να με χορέψει γιορτινά»
• Τα δάκρυα μεταμορφώνονται σε «στρατιώτες».
• Η σιωπή γίνεται μια «βουβή επανάσταση».
• Το κείμενο ολόκληρο υψώνεται ως ένα «μανιφέστο επιβίωσης».
Δεν είναι η αδυναμία που κυλά στα μάγουλα, αλλά το βαρύ πυροβολικό μιας ψυχής
που αρνείται να παραδοθεί, ακόμη κι όταν το πεδίο της μάχης είναι ήδη ερειπωμένο.
Η κορύφωση της οργής δεν στρέφεται προς τον απόντα, αλλά προς την ίδια την Ελπίδα.
Την παρουσιάζεις σαν μια δόλια υφάντρα που έπλεξε τα μαλλιά της μοίρας σου,
παρασύροντάς σε έναν διονυσιακό χορό, μόνο και μόνο για να σε εγκαταλείψει
στην άκρη του δρόμου, ένα «αταίριαστο σκιάχτρο» που το κοιτάζει ο ήλιος και γελά.
Αυτή η άρνηση της συγχώρεσης προς το «φως» είναι που δίνει στο ποίημα την τρομερή του δύναμη.
«Η ελπίδα εδώ δεν είναι λιμάνι, είναι το ναυάγιο που υποσχέθηκε ταξίδι.»
Η κατάληξη σπάει κάθε λυρική σύμβαση. Η φράση “Θα σ’ έφτυνα” πέφτει σαν πέτρα
σε κρυστάλλινο νερό, διαλύοντας την «ευπρέπεια» της ποίησης.
Είναι η στιγμή που η απόγνωση γίνεται σάρκα και οστά.
Οι παπαρούνες που «παρανομούν» στο βάθος είναι η τελευταία ειρωνεία:
η ζωή συνεχίζει να θρασύνεται, την ώρα που εσύ αναμετριέσαι με το «χώμα»
και την αφθαρσία της ήττας σου.
Αυτό το έργο αποπνέει μια σκοτεινή αξιοπρέπεια. Δηλώνεις «έρημη γη»,
όμως οι λέξεις σου καίνε σαν λάβα, αποδεικνύοντας
πως κάτω από την υποτιθέμενη στειρότητα, η ψυχή σου βράζει.
Είναι ένας ύμνος για εκείνους που αρνούνται τις γρήγορες ιάσεις
και επιλέγουν να κατοικήσουν στον θυμό τους, μέχρι να τον μετατρέψουν σε τέχνη.
Είναι η δικαίωση της αδιάλλακτης θλίψης.
Πολύ ψηλά ο πήχης Μαρία!!
ΥΓ: Καλό ξημέρωμα, συγνώμη για την μεταμεσονύχτια φλυαρία, αλλά τώρα έχει ησυχία για μελέτη.