Πεζοποίημα
Έτρεχα αμέριμνος σ’έναν κάμπο καλαμποκιών
Μεταξύ τους ήταν δεμένα σε σφιχτές αγκαλιές
έτσι όπως αγκαλιάζονται όσοι πολύ αγαπιούνται
Ήμουν ένα μικρό αγόρι
Ύστερα ακούστηκαν όπλα και φορτηγά
Πίσω από τις χορτάρινες αγκαλιές κρυμμένος
έβλεπα τίς σκεπές από τίς καλύβες μας,να γίνονται ένα με το χώμα
Κάποιο χέρι με άρπαξε και αρχίσαμε να τρέχουμε
Έπρεπε να περάσουμε είπαν από τον μεγάλο ποταμό
Ο ήλιος λαμπύριζε στα δροσερά νερά του παιχνιδίζοντας
Πόσο μου άρεσε να παίζω στο ποτάμι!
Στά δέντρα,στις όχθες τού ποταμού,
ήταν ακουμπισμένες γυναίκες
Είχαν ανοιχτά τα μάτια όμως, δεν έβλεπαν στ ´αλήθεια
Κενές μαύρες τρύπες οι κόρες τών ματιών, ακίνητα τα κορμιά
και ανάμεσα στα πόδια τους, έτρεχε αίμα κατακόκκινο
Ήταν ζωντανές μα έκαναν τίς πεθαμένες
<Ίσως έπαιζαν κάποιο παιχνίδι>
Τίς πήραμε μαζί μας στο νερό, τίς κρατούσαμε σφιχτά όμως, μία από αυτές
ήθελε να μείνει για πάντα στο νερό γι’αυτό,
άφησε τα χέρια που την κρατούσαν και χάθηκε από τα μάτια μας για πάντα
Κανείς δεν μίλησε,σκούπιζαν μόνο τα μάτια τους που όλο μουσκεμένα ήταν
Ήμουν ένα μικρό αγόρι
και είδα τον ήλιο που έγινε φωτοστέφανο πάνω από τα μαλλιά της
πριν χαθεί στον ποταμό
Όταν περάσαμε απέναντι, μάς άφησαν να στεγνώσουμε στον ήλιο
όπως οι μπουγάδες
Οι άνθρωποι που μας πήραν μακριά δεν ήταν σαν και μάς.
Δεν ήξεραν να κοιτάνε τον ήλιο, έκρυβαν τα μάτια τους πίσω από σκούρα γυαλιά
Είπαν θα μάς πάνε στην Ιερουσαλήμ
Μας έβαλαν να περιμένουμε σε ένα στρατόπεδο κι όλο έρχονταν κι άλλοι
Λίγο το φαγητό, πολλοί οι πεινασμένοι , περισσότεροι οι νεκροί,
δάκρυα, προσμονή και ελπίδες που έσβηναν
.. πώς γίνεται να στοιβάζονται όλα μαζί στο ίδιο τσουβάλι;..
Ήμουν ένα μικρό αγόρι
Ήθελα από κάπου να πιαστώ, ήθελα κάπου να κρυφτώ, κάπου να παίξω
όμως, δεν υπήρχαν πια οι χορτάρινες αγκαλιές τών καλαμποκιών
και η μάνα μου…..
Έδιωξα την σκέψη της, δεν θυμάμαι πόσος καιρός πάει από τότε που είχα μάνα
Ύστερα, ήρθε ένα πρωί που δεν ήμουν πια παιδί
Βοηθούσα και άλλους ανθρώπους με άδεια μάτια να περάσουν τον ποταμό
Στα χέρια κρατούσα ένα όπλο που δεν έμαθα ποτέ αν δουλεύει
..για προστασία, μου είχαν πει..
Έτσι τα χέρια μου δεν ήταν ποτέ αδειανά να ζητάνε αγκαλιές
Ακόμη δεν πήγαμε στην Ιερουσαλήμ
Πόσο μακρύς είχε γίνει ο δρόμος…
Τα βράδια έκλεινα τα μάτια και έτρεχα σε αγκαλιασμένες καλαμιές
Τα πρωινά βοηθούσα άδεια μάτια να περνάνε το ποτάμι
Ματωμένα κορμιά να στέκονται όρθια
Ελπίδες νεκρές να ζωντανεύουν
Κι όλο αναρωτιόμουν,
Είχα εγώ μάνα;
Ήμουν ένα παιδί στην Αφρική
που έπαιζε στις καλαμιές
όταν χανόταν ο ήλιος προς το χτες…….
©️2024 Αργυρούλα Κτενά
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα

υπέροχο
Ευχαριστώ πολύ Ζωή!