Πεζό * Ποιητική διάθεση
Ανεβαίνω, ανεβαίνω όλο και πιο ψηλά. Τραμπαλίζομαι, αλλά ξέρω να διαβάζω τον αέρα. Όσο κι αν με μάχεται, κερδισμένος βγαίνω. Η χάρτινη ψυχή μου αποδεικνύεται πιο δυνατή κι έξυπνη από αυτόν.
Ο ομφάλιος λώρος που με κρατάει συνδεμένο με τη γη όσο πάει κι αυξάνεται σε μήκος κι εγώ ασυνήθιστος να βλέπω από τόσο ψηλά, ζαλίζομαι. Μα τι είναι η γη τελικά και τι οι άνθρωποι! Κουκίδες φαίνονται στα χάρτινα μάτια μου. Κουνώ την πολύχρωμη ουρά μου πέρα – δώθε για να τους χαιρετίσω κι ο χαιρετισμός αυτός είναι σαν να τους περιγελά.
Είμαι τόσο ψηλά που δεν βλέπω καν εκείνον που κρατά τον ομφάλιο λώρο μου. Τα τσιμεντένια κλουβιά των ανθρώπων φαίνονται σαν στάχτη από το τζάκι, αδειασμένη στο χωράφι. Πού ‘ναι οι άνθρωποι; Πού ‘ναι τα αυτοκίνητα; Πού ‘ναι οι δρόμοι; Πού ’ναι τα δέντρα; Αυτά φαίνονται σαν μια μεγάλη πράσινη πινελιά στον πίνακα που δεν χορταίνουν να ρουφάνε τα μάτια μου.
Ωχ, πρέπει να προσέχω. Ο αέρας δεν παίζει. Ανέβηκα κι άλλο, τώρα μπροστά μου είναι το ψηλό, χιονισμένο βουνό. Τι όμορφο που είναι! Οι κορφές του κάτασπρες σημαδεύουν τον ουρανό.
Τώρα κατάλαβα πως είμαι ελεύθερος. Ο ομφάλιος λώρος πρέπει να έχει κοπεί. Τώρα μπορώ να πάω όπου θέλω. Τι χαρά μεγάλη με πλημμυρίζει. Πόσο δυνατός νοιώθω. Αλήθεια, είναι κάτι πιο όμορφο, από το να είσαι ελεύθερος;
Μακάρι να είχαν τη δυνατότητα αυτή και οι άνθρωποι, να πετούσαν λεύτεροι δίπλα μου. Να μην τους νοιάζει τίποτα. Να έχουν ξεχάσει τα προβλήματα και τις έγνοιες τους, πώς θα τα βγάλουν πέρα, με τι θα πληρώσουν τους λογαριασμούς τους, τι θα φάνε, τι θα φορέσουν, τι αυτοκίνητο θα πάρουν, τι θα σκαρφιστούν για να ξεχωρίσουν, πώς θ’ αποχτήσουν πιο πολλά λεφτά, μπλιαχ, ας μην τα σκέφτομαι αυτά, είναι τα πιο σιχαμερά πράγματα που έχει εφεύρει ο άνθρωπος.
Τι όμορφα που είναι εδώ ψηλά! Δεν θέλω να κατέβω στη γη. Εδώ θα μείνω για πάντα. Θα πετάω ελεύθερος και θα χαμογελάω. Να και τα σύννεφα. Περικύκλωσαν τις κορφές του βουνού. Αχ, πάει ο ήλιος, αυτός που έδινε ζωή στα πάντα, κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα.
Πρέπει να τ’ αποφύγω, ν’ ανέβω πιο ψηλά ακόμα, να τα ξεπεράσω, για να μη με καταπιέζει κανένας βραχνάς, κανένα εμπόδιο να μη στέκεται στο δρόμο μου. Εμπρός λοιπόν, πάμε, ανεβαίνουμε κι άλλο.
Μα τι ήταν αυτό που με τύφλωσε; Τι δυνατή λάμψη. Κι αυτή η βροντή με ξεκούφανε. Αυτό πρέπει να λένε κεραυνό οι άνθρωποι. Γνώρισα λοιπόν και τον κεραυνό. Πόσο ευτυχισμένος που είμαι. Τι καθάριο φως που γέμισε ο τόπος αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα! Ατόφιο φως, πανέμορφο.
Ωχ, κάτι νοιώθω ν’ ανεβαίνει. Καπνό βλέπω. Ο ομφάλιος λώρος μου καίγεται κι η φωτιά έρχεται σιγά – σιγά να με ανταμώσει. Είναι το δώρο του κεραυνού. Νομίζω πως έρχεται το τέλος μου. Σε λίγο θα λαμπαδιάσω και θα γίνω στάχτη. Όμως δεν με νοιάζει. Αυτά που έζησα, δεν τα έχει ζήσει κανένας άλλος. Φεύγω χαρούμενος κι ευτυχισμένος.
Να τώρα βλέπω την καύτρα να πλησιάζει το χάρτινο κορμί μου. Έφτασε η ώρα να πληρώσω το τίμημα της αποκοτιάς μου. Ξεπέρασα κάθε όριο κι αυτό δεν έπρεπε να μείνει ατιμώρητο. Έλα λοιπόν κόρη του κεραυνού, έλα και πάρε με. Ταξίδεψα πέρα από τα όρια, γεύτηκα τα πάντα, τα μάτια μου χόρτασαν ζωή, τι άλλο να θέλω; Τίποτα, τίποτα άλλο.
Σ’ ευχαριστώ, ζωή, που μου δόθηκες σαν γυναίκα, αντίο κόσμε όμορφε, σε χόρτασα, γεύτηκα την πιο γλυκιά κουταλιά σου, τη λευτεριά μου.
©2024 Ανωγειάτης Γιώργος
Αρθρογράφος – Ποιητής – Λογοτέχνης

Εξαιρετικό κείμενο φίλε μου, νομίζω ενα από τα καλύτερα… μέχρις στιγμής που διαβασα δικό σου