Ποίημα
Κατρακύλησε το βλέμμα μου
πάνω στο κύμα του Αιγαίου.
Σε μια ισορροπία άφησα
κάθε σιγαλιά του δειλινού
κι αναστέναξα πλατιά.
Άλλη μια μέρα τελειώνει
και μοιάζει ατάραχος
ο αποχαιρετισμός.
Μόνη μου συντροφιά
το μελωδικό τραγούδι
της θάλασσας
και μια φωτιά
που σιγοψιθυρίζει
ψαλμούς αρχαίους.
Σφίγγω την άμμο
στη χούφτα μου,
σαν κλεψύδρα κυλούν
τα χρόνια της γης,
οι παλμοί μου απλώνονται.
Μυρίζει ξύλο, φυτοπλαγκτόν
και νυχτολούλουδα,
κοιτώ τους ήλιους
στο στερέωμα και
συλλογίζομαι το βάρος
της συνείδησης του κοσμοναύτη.
Εκείνου που οραματίζεται
να υποδουλώσει
νέους πλανήτες,
προσφέροντας αίμα και
μαραγκιασμένες ψυχές,
να εδραιώσει
σαθρές κοινωνίες
σε σπειροειδείς γαλαξίες
έξω από τον δικό μας.
Ψάχνοντας αμείλικτα
μια καλύτερη ζωή
να κατακτήσει
μακριά από εδώ,
χωρίς αναπνοή
μήτε και οξυγόνο
παύση- Eκπνοή.
Δίχως εσένα μάνα.
©2019 Δημήτρης Λαμπρόπουλος
Αρθρογράφος – Ποιητής

Πολύ καλό! Μπράβο σας