Ποίημα
Ένα απροσδιόριστο αίσθημα,
μιά αίσθηση περασμένης ευτυχίας.
Νοσταλγία;
Μιά κρυφή ματιά στο ταξίδι τού κάποτε;
Κλείνω τα μάτια,
Από στιγμή σε στιγμή έρχεται βροχή
κι όμως ο ήλιος λάμπει.
Πριν από περίπου χίλια χρόνια γεννήθηκα,
ένα πρωί που πέταγαν οι σπόροι με τον άνεμο.
Έψαχνα να βρω το μαγικό βοτάνι τής ευτυχίας.
Στην καρδιά του δάσους ζούσε
κι έδιωχνε μακριά την ανθρώπινη αδυναμία,
τον πόνο τής ψυχής.
Έτσι έλεγαν από παλιά
Έγινα κυνηγός και ξυλοκόπος,
ξεκίνησα την αναζήτηση.
Ζούσα στο δάσος
Ζούσα με το δάσος
Έγινα το δάσος
Δεν είχε πια σημασία ο χρόνος,
δεν ήξερα αν ζω το παρόν,
το παρελθόν ή το μέλλον.
Μόνο η αναζήτηση είχε σημασία.
Το όραμα,
σκορπά τούς σπόρους του υπό ειδικές συνθήκες.
Κάθε χίλια χρόνια πλησιάζει ο καιρός.
Τότε το δάσος φέρεται περίεργα
Έτσι που φυσά ο αγέρας,
έτσι που γέρνουν τα δέντρα,
η ισορροπία βροχής και φωτός,
όλα γίνονται άστατα, ανυπόμονα.
Δεν ξέρω αν μπορώ να αγγίξω ένα όραμα,
δεν ξέρω το σχήμα του,
το φαντάζομαι μόνο ευλύγιστο.
Χαϊδεύω μιά γέρικη άρκευθο,
Την ξέχασε ο χρόνος
κι εκείνη συνεχίζει να ζει, αυτό έμαθε να κάνει.
Όταν η ζωή εξελίσσεται πολύ,
αρχίζει να αυτοκαταστρέφεται.
Τότε,
καλούμαστε να τα βγάλουμε πέρα
με τη μοναξιά μας.
Βλέπεις, ακούς, αγγίζεις, νιώθεις,
αυτά είναι τα σημαντικά
για την ευτυχία που κατοικεί εντός μας.
Στην άκρη του τούνελ σε περιμένει η ζωή,
δεν έχεις παρά να το διασχίσεις.
Άπλωσε τα χέρια στον ήλιο,
άσε τον άνεμο να σε διαπεράσει,
νιώσε τη γη, αγκάλιασέ την,
δες με τα μάτια τής καρδιάς,
Η αγάπη είναι σαν το κύμα,
δεν σταματά ποτέ.
Κίνηση και γαλήνη ταυτόχρονα.
Άσε την ανάσα σου να ταξιδέψει στο κρύο,
να γίνει ένα με το σύννεφο
και ύστερα δάκρυ σε φύλλα κόκκινα.
Όταν νιώσεις εξαντλημένος απ΄όλα,
άσε τα μάτια σου να κλάψουν
ώσπου να μην έχουν πια δάκρυα.
Λύτρωση λέγεται.
Αν το φεγγάρι σού δείχνει δρόμους τίς νύχτες
που ξεκάθαρο έχουν για σένα προορισμό,
ίσως είσαι κοντά στης αναζήτησης το τέλος.
Ίσως το βοτάνι σου να βρήκες,
Ίσως να βρήκες το όραμα…
©2024 Κτενά Ρούλα
Αρθρογράφος – Ποιήτρια
