Ποιητικό ταίρι * Ποιητικός Διάλογος
Έσπασα τα νύχια μου,
ξύνοντας τους τοίχους του κλουβιού μου,
έλιωσα τις γροθιές μου, χτυπώντας τους, τις νύχτες.
Παρακαλούσα πνιχτά να βρω μια ρωγμή, μια σχισμή,
να γίνω άνεμος, να χωθώ εκεί μέσα, να φύγω.
Προσπαθούσα με τα δάκρυά μου να τους μαλακώσω,
να τους κάνω πιο υποφερτούς, να δείξουν λίγο χρώμα.
Φτάνει το γκρίζο,
φτάνει η αλμύρα τους,
φτάνει η σκληράδα.
Τις νύχτες έπεφτα πάνω τους με το σώμα μου,
να ακούσω ένα κρακ,
να νιώσω λίγο να υποχωρούν.
Άκουγα μόνο τα οστά μου να σπάνε,
γευόμουν μόνο την ανάσα μου να μάτωνε.
Παρακαλούσα να μην με συνθλίβουν,
ζητούσα να με αφήσουν να αναπνεύσω,
να μην στοιχειώνουν τη σκέψη μου,
να μην ορίζουν το μυαλό μου.
Ούρλιαζα πάνω τους με όση δύναμη είχα,
τους μιλούσα,
τους ψιθύριζα.
Τελικά έγινα όνειρο — και δραπέτευσα.
©️2025 Root
Σ΄ ακούω…
Ακούω την ανάσα που βαραίνει
Την αγωνία
που αναγκάζει τον ιδρώτα
να ξεκινήσει
προς το μονοπάτι
του διψασμένου φυγά.
Ακούω τα νύχια
που πονάνε
μα πεισματικά συνεχίζουν,
τους χόνδρους στα δάχτυλα
που έχουν ήδη μελανιάσει
μα δεν αντιδρούν,
ακολουθώντας τον όρκο
να παραμείνουν άβουλα.
Ακούω και την ψυχή σου
Η αλμύρα των δακρύων
ήδη βασανίζει τις πληγές της,
τις καυτηριάζει
γεννώντας μια νέα ασπίδα
ενάντια στην τρέλα,
που αγκομαχά για να επιβιώσει.
Όλα τ΄ ακούω
Σχεδόν όλα τα νιώθω
Ακούω και σένα
Τη μεταμόρφωση
Τη διέξοδο
Τη διαφυγή
Ένα όνειρο
που δε θα πάψει να κλαίει
μέχρι όλα να βυθιστούν στη σιωπή…
μιας μάνας μοναξιάς…
©️2025 Maria Stavridou
