Το Αστρικό ταξίδι της Ηρώς και η ενόραση.

Το Αστρικό ταξίδι της Ηρώς και η ενόραση.

Είναι τέσσερις η ώρα ξημερώνει , το ξυπνητήρι χτυπούσε ασταμάτητα πετάγεται σαν ελατήριο.

«Αχ αυτός ο ήχος πρέπει να σηκωθώ έχω λίγη ώρα να ετοιμαστώ πότε πέρασε πάλι η νύχτα; Καμία ώρα θα το πετάξω το ρημάδι! και αυτά τα όνειρα; αμάν πια»

πάει τουαλέτα πλένετε και κοιτάζετε στον καθρέφτη είκοσι εφτά χρονών μόλις , μα νομίζει πως έχει γεράσει είχε επωμιστεί πολλές ευθύνες από παιδί ίσως να φταίει κ αυτό. Τα πόδια την τρελαίνουν σαν να μην έχει ξεκουραστεί καθόλου.

«Αχ ακόμα κουρασμένη είμαι.» πάλι μονολογεί.

Χτενίζει τα μακριά μαύρα μαλλιά της που της φτάνουν ως την μέση, ένα εξήντα έξη ύψος και πενήντα πέντε κιλά καλή για την ηλικία της. Όσοι την έβλεπαν η την ήξεραν, της έλεγαν πολλές φορές ότι είναι όμορφη, μα εκείνη δεν το πίστευε αυτό, ούτε καν το έβλεπε. και πώς να το δει προλάβαινε; Κάθε μέρα ερχόταν ξεθεωμένη από την κούραση, από την άλλη το σπίτι, τα παιδιά η οικογένεια ήταν προτεραιότητα. Σαν χαρακτήρας ήταν πολύ πρόσχαρος άνθρωπος, γινόταν ίσα με όποια ηλικία έκανε παρέα , γι’ αυτό και όλοι την ήθελαν. Με το γέλιο πάντα και ένα αστείο αντιμετώπιζε την ζωή, ίσως αυτό ήταν που ώρες ώρες φεγγοβολούσε, το πρόσωπο της. Ήταν παντρεμένη εδώ και δέκα χρόνια, με ένα σύζυγο που την αγαπούσε πολύ με διαφορά έξη χρόνια μεταξύ τούς , με αυτό βεβαία ισοσταθμιζόντουσαν κάπως τα πράγματα , γιατί αν δεν ήταν και αυτός;

Η Ηρώ είχε ένα χαρακτήρα πολύ ενθουσιώδες αποφασιστικό, αν ήθελε κάτι πολύ. αποφάσιζε πάντα βιαστικά ,χωρίς να σκέφτεται ποτέ τα επακόλουθα. Ο Άντρας της την φώναζε σπάταλη, ήταν σπάταλη ,μα όχι σε πράγματα ανούσια , τής άρεσε πολύ να προσφέρει και να μαθαίνει τα πάντα από χειροτεχνεία.. Περισσότερο δε, λυπόταν, αν κάποιος είχε προβλήματα, έτρεχε αμέσως να βοηθήσει, νόμιζε βεβαία ότι όλος ο κόσμος ήταν σαν και αυτήν. Τον αγαπούσε πολύ ζούσε για την οικογένεια της, δεν την ένοιαζε όση κούραση και να περνούσε μόνο να ήταν όλοι καλά , ρούφαγε τα πάντα σαν σφουγγάρι όταν ήθελε να μάθει κάτι ,το μάθαινε με τον ποιο απλό τρόπο. Όταν έβλεπε κάτι, οτιδήποτε από κέντημα ως μαστορέματα, έστω μια φορά αυτό ήταν, έμεναν οι εικόνες στο μυαλό της. Το έβαζε σε εφαρμογή χωρείς να χάσει καιρό ,η να πει ποτέ δεν μπορώ ,αυτό το χάρισμα το είχε από πολύ μικρή ήταν κάτι παρορμητικό, μια θέληση για δημιουργία πάντα, την είχε σε εγρήγορση. Δεν υπήρχαν αναστολές οι ντροπές , ρωτούσε και μάθαινε από ράψιμο, πλέξιμο, κέντημα, χαλκό, αργότερα πολύ, αγιογραφία , ζωγραφική. Πολλοί γνωστοί την ζήλευαν, ευτυχώς ο άντρας της την υποστήριζε σε όλα αυτά , αρκεί να ήταν σπίτι . Την ζήλευε πολύ , βέβαια από δεκαέξι χρονών την είχε δικιά του , την αγαπούσε υπερβολικά , αρρωστημένα , κυρίαρχος επάνω της, ακόμα και στις επιλογές της . Εκείνος πάντα με τη λογική, και για να αποφασίσει κάτι δέκα φορές το μέτραγε και μια το αποφάσιζε , ότι και να ήθελε η Ηρώ έπρεπε πρώτα να την σκάσει μα πάντα μετά υποχωρούσε. Αφού έβλεπε ότι οι επιλογές της ήταν μόνο για να περνά η ώρα της , και φυσικά μέσα στο σπίτι, στο κλουβί της. Το μόνο πρόβλημα σοβαρό στην σχέσεις τους το οικονομικό. εκείνη δεν έπρεπε να έχει ποτέ χρήματα στα χέρια της τότε όλα πηγαίναν καλά, αν όμως αντιλαμβανόταν ότι η Ηρώ είχε δικά της χρήματα; άλλος άνθρωπος γινόταν. Όλο γκρίνια και καυγάδες, νόμιζε ότι έτσι την κράταγε κοντά του ; Μέγα λάθος. Ήταν αυταρχικός πολύ, ότι έλεγε αυτός μόνο όλοι την έλεγαν επιπόλαια, λόγο του ανοιχτού χαρακτήρα της. Μα αυτή μόνο ήξερε, τι υπομονή έκανε χρόνια ολόκληρα, από την γρίνια του την ζήλεια και χωρείς λεφτά στην τσέπη; Την πόναγε το θεωρούσε εκβιασμό από μια άποψη. Αυτό πια δεν το είχε αποδεχτή η Ηρώ μέσα της, δεν είχε σαν γυναίκα το δικαίωμα να έχει ένα χαρτζιλίκι, τα παιδιά μεγάλωναν το κορίτσι ήθελε προίκα, στα κρυφά έπαιρνε ότι μπορούσε με δόσεις , βάζοντας τα στην άκρη.

«Τον αγαπώ πολύ τον βλάκα, αλλά καμιά ώρα δεν ξέρω και εγώ τι θα γίνει. Γι’ αυτό ρε γαμώτο έφτιαξα το μαγαζί ; για να έχω έστω ένα χαρτζιλίκι, αυτά σκεφτόταν συνέχεια και πολλά άλλα. Να ζητιανεύω για τα τσιγάρα μου, ενώ δουλεύω; Τι σκέφτομαι τώρα:»

η ώρα περνούσε , κοιτώντας το ρολόι, βάζει ένα φανελάκι με μια μπλούζα ζεστή από πάνω, παπούτσια σπορ, λίγο καφέ να ανοίξουν τα μάτια : τα πόδια ακόμα πρησμένα, οι φλέβες είχαν αρχίσει να διογκώνονται, όλο της έδιναν σουβλιές. Ένα βλέμμα γύρο -γύρο μήπως ξέχασε κάτι

«Α τα παιδιά ! Να δει, που κοιμούνται.. και αυτά τα άφηνε μόνα τους μες τη νύχτα ! Αλλά μπορούσε να κάνει διαφορετικά; Κάνει και ένα κρύο σήμερα, πρέπει να έχω δουλειά»

Σκέφτοταν καθώς πήγαινε στο δωμάτιο των παιδιών. Έχει δυο παιδιά μια κόρη και ένα γιο με διαφορά ηλικίας τέσσερα χρόνια μεταξύ τους Σε ηλικία δεκαεφτά έφερε στον κόσμο την κόρη της, ένα παιδί έκανε παιδί δηλαδή, αν και μικρή ήταν πολύ νοικοκυρά , λάτρευε τα παιδιά της ,ήταν η ζωή της όλη αυτά τα παιδιά. Ο άντρας της, η οικογένεια τους που ξεκίνησαν από το μηδέν ,μαζί ενωμένη με όνειρα πολλά, ένα από αυτά τα όνειρα ήταν ένα σπίτι δικό τους . «δύσκολο όνειρο σκεφτόταν». Ζούσε όμως με αυτήν την ελπίδα προσπαθώντας, όσο είχε δύναμη κουρασμένη από της μετακομίσεις σχεδόν κάθε δυο χρόνια . Για αυτό άλλωστε αποφάσισε να κάνει το μαγαζάκι της, ελπίζοντας να τα καταφέρουν, είχαν περάσει ήδη πολλά μαζί μέσα στα δέκα χρόνια που ήταν μαζί , είχαν και οι δυο ψηθεί στη ζωή. Δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του , απλά με τα χρόνια που ζούσαν πια μαζί τον αγάπησε, αγάπη πραγματική. Την είδε στα δεκαέξι της χρόνια και την ερωτεύτηκε παράφορα, όταν της ζήτησε να παντρευτούν εκείνη δεν τον αγαπούσε αλλά είπε το ναι για να φύγει από το πατρικό της περιβάλλον, νομίζοντας ότι θα ζούσε πιο ελεύθερα. Σιγά μη ζούσε πιο ελεύθερα: όνειρα μόνο, που από τον καιρό που άνοιξαν σπιτικό, βάσανα και πάλι βάσανα. Τον έλεγαν Σταύρο την αγαπούσε πολύ, την είχε βάλει στο μάτι από τον καιρό που μάθαινε μοδιστρική. Κάθε μέρα ερχόταν στο ατελιέ με τις ώρες, φαντάρος ήταν ακόμα μα οι άδειες έδειχναν και έπαιρναν. Δεν τον αγαπούσε όταν γνωριστήκαν ,αλλά ήταν πονηρός και καταφερτζής. Με τον καιρό ήρθε και η αγάπη η πραγματική αγάπη, όχι ερωτάς πάθος , απλά τον αγαπούσε πολύ, ανησυχούσε πάντα για αυτόν. Είχε γίνει η τέλεια μαγείρισσα για όλους και το απολάμβανε που τον ευχαριστούσε, εκείνον και τα παιδιά.

«Μα τι έπαθα νυχτιάτικα αμάν- τι κάθομαι και θυμάμαι;»

Πηγαίνοντας στο δωμάτιο τα παιδιά κοιμούνται ,ο μικρός ξεσκέπαστος όπως πάντα. Τον σκεπάζει η μικρή είναι έτυμη να ξυπνήσει την ενόχλησε το φως. «Κοιμήσου κοπέλα μου είναι νύχτα ακόμα.» Είναι έτυμη βάζει το μπουφάν και φεύγοντας κλειδώνει το σπίτι . περπατά μέσα στα σκοτάδια κάνει παγωνιά.. Τα χνώτα της βγαίνουν σαν σύγνεφο από το στόμα, έχει μια ξαστεριά που νομίζεις ότι αν απλώσεις το χέρι θα πιάσεις τα αστέρια, πολύ κρύο μα και ερημιά , δεν κυκλοφορεί ψυχή. Ο βοριάς την πιρουνιάζει μέχρι τα κοκάλα, έχει όμως γύρο στα είκοσι λεπτά ποδαρόδρομο, μόνο κάτι σκυλιά αδέσποτα υπάρχουν «τα δόλια πείνα που την έχουν» «Αυτά τα φώτα πότε θα τα βάλουν πια, αγριεύομαι Παναγία μου φίλαγε με» πάντα έτσι την Παναγιά, μόλις την καλούσε ηρεμούσε. Από μικρό παιδί ασυναίσθητα μόλις κάτι δεν της άρεσε, αυτή ήταν η κουβέντα της να κάνει τον σταυρός της και την Παναγιά. Αμέσως ηρεμούσε ποτέ δεν μπόρεσε να το εξήγησή αυτό, στην εκκλησία πήγαινε αλλά όχι πολύ ταχτικά, κάπου μέσα της την έπιανε μια φοβία , ειδικά όταν ήταν μόνη σε εκκλησία . Περπατώντας μέσα στα στενά φτάνοντας πια στον κεντρικό δρόμο, όλο και κάποια φώτα ξεμύτιζαν στο σκοτάδι , σε μικρά μαγαζιά που ήταν κλειστά ακόμα. Τάχυνε το βήμα της κοιτάζοντας την ώρα συνέχεια μην αργήσει, ο αέρας λυσσομανούσε με το μπουφάν κ’ ίσαμε τα αυτιά τον γιακά έτρεχε, το σκοτάδι βαθύ ακόμα. Περνώντας έξω από το σχολείο, δίπλα στην Αγιά Βαρβάρα και κατηφορίζοντας να η θάλασσα , σημάδι ότι φτάνει πια .. «Αγία μου Βαρβάρα φύλαξε μας ! και τα παιδιά όλου του κόσμου» Φτάνοντας παραλία, η Θάλασσα φουσκωμένη , να αφρίζει τώρα ενώ τα αραγμένα πλοία μέσα στην νύχτα σαν σκιές, που την παρακολουθούσαν , από το αέρα κουνιόταν λες και είχαν στήσει χορό. Ένα χορό εξωφρενικό καθώς οι λαμαρίνες ούρλιαζαν, χτυπώντας το ένα πάνω στο άλλο μες την απέραντη νύχτα και την κακοκαιρία. Τα φώτα άναβαν στο λιμάνι μα οι στύλοι κινούταν από την δύναμη του Αέρα. Το μαγαζί ήταν κοντά στα καραβάκια μέσα σε μια στοά , η θάλασσα πολύ ταραγμένη, και ο αέρας που φυσά την τρομάζει λες και θα τα σηκώσει όλα ,κάνα δυο ταξί κάτω περιμένουν το πρώτο καραβάκι, για να πάρουν κάποιο πελάτη. Και αυτοί στο πόδι από την μαύρη νύχτα , οι πρώτοι πελάτες της πάντα.

«Άντε με το καλό να δούμε πως θα πάει η μέρα» με δύναμη και λειψό κουράγιο σηκώνει τα ρολά με κόπο, είναι πολύ παλιά, και βαριά, σφηνώνουν, προχωρά μέσα στο βάθος , το τελευταίο μαγαζί είναι το δικό της, πρέπει να κάνει γρήγορα ξεκλειδώνει και κάνει το σταυρό της. βάζει αμέσως φωτιά στο γκάζι μέχρι να πάρουν τα καζάνια και να ζεσταθούν καλά έχει ώρα ακόμα , πιάνει αλάτια , ξίδια .σκούπισμα την Σάλα τις καρέκλες ,τα τραπέζια όλα έτοιμα…. Σε λίγο έρχεται και ο πεθερός της ένα γεροντάκι κοντό και πάντα γελαστό .

«Καλημέρα πατέρα!

«Καλημέρα κορίτσι μου !

Αυτό το ανθρωπάκι την είχε βοηθήσει πολύ ακόμα και στο στήσιμο του μαγαζιού , ο άνδρας της δεν ήξερε ότι θα έφτιαχνε μαγαζί , το αποφάσισε και με δανεικά από τον πεθερό της το έστησε». Όταν κόντευε , να μαζευτεί το μαγαζί , το είπαν τού Σταύρου. Ποιος είδε τον θεό και δεν φοβήθηκε ; Ευτυχώς πήρε το μέρος της ,και η πεθερά της μαζί , έτσι το βούλωσε ο Σταύρος, και μπήκαν στον χορό … Έτσι άρχιζε η μέρα της σχεδόν κάθε πρωί .εδώ και ένα χρόνο . Ο άντρας της δούλευε στα φέριμποτ, καραβάκια ανοιχτού τύπου για να μπαίνουν και οχήματα μέσα, απόψε ήταν νυχτερινός, είχε φέρει όλα τα πληρώματα την νύχτα να φανέ στο μαγαζί,, όσο μπορούσε και αυτός προσπαθούσε, βεβαία το πρωί εκείνη έβρισκε ένα μαγαζί ανάστατο αλλά τι να έκαναν έπρεπε, είχαν οικογένεια και πολλά έξοδα.. Ότι όμως και να είχε , που πολλές φορές ήταν στενοχωρημένη, αυτό δεν φαινόταν όλο χαμόγελα πάντα.. Σαν ένας σωστός επαγγελματίας .. Το είχε σκεφτεί πολύ όταν έκανε την κίνηση αυτή, με το μαγαζί αυτό θα έφτιαχναν κάτι . Έστω ένα σπίτι: Έτσι τα πικρά τα έκανε γλυκά ! Πως αλλιώς: Πάντα με ειλικρίνεια και πολύ αποφασιστική τις περισσότερες φορές, γινόταν φίλη ακόμα και με πολύ μεγαλύτερους της … Οι πελάτες οι περισσότεροι, της έπιαναν κουβέντα ήξεραν ότι σεβόταν πάνω από όλα, πρώτα τον εαυτό της ! Δεν κώλωνε σε τίποτα, αν είχε δίκιο ήξερε να τούς τα πει χύμα, και να τούς πετάξει και έξω από το μαγαζί ,αν κάτι δεν της άρεσε . Γι’ αυτό εξάλλου οι περισσότεροι την εκτιμούσαν πολύ! … Πόσες φορές το έλεγαν στον πεθερό τής αυτό ;

-Α Κυρ Μήτσο η νύφη σου κάνει για δέκα άντρες στα λόγια της , ρε ότι πει αυτό είναι; Μπράβο της! …

Δούλευε αγόγγυστα χωρείς να σκύβει το κεφάλι ,είχε βάλει στόχους στην ζωή της τώρα . Όταν καθόταν λίγο να ξεκουραστεί ερχόταν στο μυαλό οι αναμνήσεις από την ζωή .. Έπινε το καφεδάκι της και αναπολούσε τα χρόνια που είχαν περάσει.. αχ πόσα είχε περάσει ; από που να πρώτο θυμηθεί ; Τα παιδικά της χρόνια; τα εφηβικά; τον γάμο της; πολλά παρά πολλά … «Κάποια στιγμή, σκεφτόταν, θα γράψω ένα βιβλίο ,έτσι για να μπορώ να τα θυμάμαι πριν ξεθωριάσει το μυαλό μου». Σε λίγο ο πρώτος πελάτης ήρθε , άρχισε δουλίτσα κάτι κουνιόνταν λόγω του κρύου, βλέπεις ήταν και το μοναδικό μαγαζί που είχε πατσά στο Νησί, πολύ καθαρό ! γι’ αυτό και την προτιμούσαν, και αυτή πάντα με το γέλιο στα χείλη . Δεν ήταν από εκεί , ήταν η πατρίδα του άντρα της μετά από πολλά χρονιά γάμου κατέληξαν εκεί, αλλά την πατσά την γνώριζε πόλη καλά ήταν η δουλειά του πατέρα της . Από παιδί είχε μάθει πολλά σε αυτό το είδος και για αυτό άλλωστε και το ρισκάρισε σαν δουλειά , λένε ότι η Σμυρνιές και η Κρητικές έχουν πολλές χάρες ειδικά στο μαγείρεμα, οπότε κρατώντας από τα δυο μέρη οι γονείς ήταν επόμενο αυτό να το είχε κληρονομήσει. Εκτός της μαγειρικής ήταν και στο ράψιμο ξεφτέρι ,ακόμα και το κέντημα, τότε όλες οι κοπέλες ήξεραν να φτιάχνουν χειροποίητα.. Ήταν σίγουρη, ότι θα πήγαινε καλά! είχε βάλει στόχο και το έβλεπε τόσο έντονο ένα σπίτι δικό τους μεγάλο ,με πολύ κήπο με όλα τα τωρινά μέσα. .είναι υπέροχο να μπορείς να ονειρεύεσαι!

«Εξάλλου δεν πληρώνεις τόκο στα όνειρα»

Κατά της 7.30 έπρεπε να φύγει για λίγο, να πεταχτή μέχρι το σπίτι και να ετοιμάσει τα παιδιά.. Πάλι ποδαρόδρομο να φτάσει σπίτι να τα ξυπνήσει και να τα ετοιμάσει.. Τα πήγαινε στο σχολείο τους, ήταν λίγο μακριά ,εξάλλου, έπρεπε να περάσουν λεωφόρο και ήταν επικίνδυνο να πάνε μονά τους … Στη συνέχεια πάλι στο μαγαζί μέχρι το μεσημέρι ,κατά της μια τα παιδιά τα έπαιρνε από το σχολείο , μαζί της τρώγανε της περισσότερες φορές στο μαγαζί, και κατά της τρεις έκλεινε το μαγαζί για να πάνε στο σπίτι, εκείνα να διαβάσουν εκείνη δουλειές στο σπίτι, ο άντρας της να ξεκούραστη λίγο , το βραδύ φαΐ και ύπνο .συνήθως αυτό ήταν το πρόγραμμα τους … Η οικογένεια της εκτός της δικής της , ήταν ο πατέρας της η μητέρα της και δυο αδερφές ακόμα , η μια παντρεμένη, η άλλη ακόμα πολύ μικρή ,όσο η κόρη της! με τρεις μόνο μήνες διαφορά «τον καιρό που παντρεύτηκε εκείνη, η μητέρα της ήταν έγκυος!» Από την μεριά του άντρα της «η μητέρα του, ο πατέρας του μια αδερφή που ήταν στην Γερμανία παντρεμένη , και ένα αδερφό καπετάνιος στα καράβια,» και ένα σόι ακόμα από ξαδέρφια πολύ δεμένα μεταξύ τους δύστυχος , και το λέω αυτό γιατί κάποια στιγμή επέβη μοιραία και επώδυνη , τόσο δέσμευση που είχαν και τόσο θάρρος .. Όλο αυτόν τον καιρό στο Νησί, με την δουλειά αυτή γνώρισε πολύ κόσμο.. Έκαναν πολλές γνωριμίες, φίλους η δουλειά όσο πέρναγε ο καιρός τόσο και πήγαινε καλύτερα , μαθεύτηκε πολύ το μαγαζί ,μαζεύονταν παρέες από παντού ψαράδες, εργολάβοι ,όλα τα επαγγέλματα, έτσι γνωρίσανε και ένα Κύριο από τα Φάρσαλα ,τον μπάρμπα Θωμά , που έμενε μόνιμα πια στο νησί . Γίνανε φίλοι και τα λέγανε πολλές φορές. Μεγάλος στην ηλικία αλλά το έλεγε η καρδούλα του.. Μια μέρα τους είπε ότι ο γιος του δεν έβρισκε κουμπάρο, τους το πρότεινε δηλαδή, να τον παντρέψουν … Ήταν έγγειος η νύφη του και έπρεπε να βιαστούν.. Το σκέφτηκαν είχαν εξάλλου μια φιλία πια , έτσι το αποφάσισαν να το κάνουν αυτό ήταν η αφορμή να γνωρίσουν τον Αντρέα τον κουμπάρο τους . Ο οποίος ήταν ραβδοσκόπος από χόμπι, αυτά όλα τα έμαθε μετά η Ηρώ.. Από εδώ και πέρα άρχισαν όλα. Πράγματα που μπορεί να μην τα καταλαβαίνουμε η ούτε και να τα πιστεύουμε και όμως είναι όλα αλήθεια πέρα ως πέρα, πράγματα ανεξήγητα με φαινόμενα παράξενα για την Ηρώ … Όταν άρχισαν αυτά η Ηρώ φοβόταν πολύ , πολλές φορές καλούσε την Παναγιά και πάντα η προσευχή της ήταν απλή. -Παναγιά μου φίλαγε τα παιδιά μου και τα παιδιά όλου του κόσμου να είναι καλά, και να υπάρχει πάντα Ειρήνη στον κόσμο όλο! Αλλά για να δούμε ποια ήταν η Ηρώ, που γεννήθηκε και πως καταστάλαξε εκεί για πάντα .Σε ηλικία είκοσι έξι ετών ήταν τώρα, καθόταν πολλές φορές και αναπολούσε την ζωή της, από μωρό ως και σήμερα.

Έτος 1955 Η Ηρώ γεννήθηκε το έτος 1955 σε ένα φτωχό σπιτάκι, με κατοίκους μονίμους μια οικογένεια από εφτά άντρες και μια γυναίκα … το σπίτι αυτό ήταν στην Νίκαια του Πειραιά 2 μικρά δωμάτια και έξω η κουζίνα με γκάζι η γκαζιέρα τότε μαγείρευαν , και μέσα σε αυτό το δωμάτιο κουζίνα, κοιμόταν σε ένα ντιβάνι και ο αδερφός του παππού της , σύνολο μαζί με την μητέρα της και τον πάτερα της δέκα άτομα. Γεννήθηκε εκεί στο ένα δωματιάκι, με μια μαμή δίπλα στην πεθερά της! είχαν την γιαγιά άρρωστη από ανίατη ασθένεια , ο πατέρας στρατιώτης ακόμα, από μέρα σε μέρα θα απολυόταν. Η μάνα της η «Μαρίκα» για όλους, σαν δουλικό ,αφού κοντά της και αυτή δεν είχε κανένα δικό της να της κράτα το χέρι μια λέξη για να παίρνει κουράγιο . Οι δικοί της όλοι ήταν στην Κρήτη. Γέννημα θρέμμα Κρητικιά .πολύ νοικοκυρά πάνω από όλα. Η κρητικιά όμως το έλεγε η καρδούλα της υπομονή και αγάπη πολύ για τον άντρα της, αυτό την κράταγε εκεί μέσα, νοικοκυρά πολύ σβέλτα σε όλα , έκλεψε έτσι την καρδιά της πεθεράς και του πεθερού της. Όλοι είχαν να το λένε για την νοικοκυροσύνη της ως και οι γείτονες.. Η μέρα που ήρθε στον κόσμο η μικρή ήταν μια από της χειρότερες για την έρημη μάνα, μόνη στο κρεβάτι του πόνου, ευτυχώς η μαμή που γνώριζε ,ήταν δίπλα τα σπίτια τους ,και έτρεξε από της φωνές της που άκουσε ..η πόρτες τότε δεν κλείδωναν είχαν μάνταλο με μια σπρωξιά έμπαινες μέσα , μπήκε και την είδε μόνη στο κρεβάτι, η πεθερά στο άλλο ανήμπορη και αυτή. Έτσι έβαλε φωνές και έτρεξαν οι γειτόνισσες, να βοηθήσουν, η μια να βράσει το νερό, η άλλη κοντά, να πιάσει να ετοιμάζει ρούχα, να σκίζει σεντόνια , που μοσχοβόλαγαν πράσινο σαπούνι για το μωράκι που θα ερχόταν στον κόσμο .17 Σεπτέμβρη 2 το μεσημέρι γέννησε τη μικρή … Ημέρα Σάββατο μια μικρή κουκλίτσα, με μαύρα μαλάκια σγουρά , ολόλευκο δέρμα, και μάτια ολοστρόγγυλα προς το μαύρο … Η πρώτη βραδιά πολύ δύσκολη για την νεαρή μάνα, η άντρες του σπιτιού ήρθαν το απόγευμα από τη δουλειά τους … Αφού είδαν τι είχε μεσολάβησή, είπαν, «να μας ζήση, όλοι μαζί και ο καθένας τον δρόμο του , άλλος στο κορίτσι του άλλοι για βόλτα»

Παλικάρια μικρά που μυαλό για τέτοια : δίπλα η αδερφή τους και κουνιάδα , ήρθε και αυτή μετά την δουλειά της να κάνει κάτι για την άρρωστη μάνα της, και ότι μπορούσε για την λεχώνα .η Λένα έτσι την έλεγαν ήταν παντρεμένη, σε δεύτερο γάμο! από τον πρώτο είχε μια μικρή κόρη την Σοφία .άτυχο παιδί .. Είχε το καψερό γεννηθεί με τα δαχτυλάκια του όλα κολλημένα και το πρόσωπο λίγο παραμορφωμένο, αυτή η γυναίκα θα παίξει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην ζωή της μικρής που γεννήθηκε .. [Σαν μια δεύτερη μάνα ] Πέρασε την νύχτα αυτή με υστερόπονοι, η Μαρίκα μέχρι που ξημέρωσε πια … Την άλλη μέρα ήρθε ο Αντώνης , απολύθηκε επιτέλους . Με το που είδε την γυναίκα του, και την μικρή δάκρυσε . «Να μας ζήσει αγαπούλα μου, η κορούλα μας. Μετά το βλέμμα που έριξε στην μάνα του, ανήμπορη στο κρεβάτι κατάλαβε. Μόνη σου ρε γυναίκα μου ; μόνη σ άφησαν;» «Δεν πειράζει Αντώνη μου , μόνο να, πεινάω λίγο» Έφυγε αμέσως να φέρει φαγητό στην λεχώνα, ένα ψητό κοτόπουλο, βρήκε και μερικές ντομάτες μια χαρά ήταν αυτά. Μαζί παρέα έφαγαν, και στην μάνα του έδωσαν με το ζόρι , η μικρούλα άρπαζε το βυζί και δεν σταμάταγε , όταν γέμιζε η κοιλίτσα της ποια, ύπνος βαθύς την έπαιρνε.. Όλο χαρά πια η Μαρίκα ανάρρωσε, η μικρή έτρωγε και μεγάλωνε σαν ένα λουλουδάκι μικρούλι όλο φωνές και στριγκλιές ο Αντώνης ο πατέρας την καμάρωνε, η πρώτη εγγονή και του παππού Γιάννη χαρά μεγάλη, και η γιαγιά Ασημί και αυτή βλέποντας τη μικρούλα, έδωσε την ευχή της και μετά από λίγες μέρες πέθανε … Όταν ο Αντώνης έπιασε δουλειά η Μαρίκα εκεί κέρβερος στο νοικοκυριό της. Φτώχεια πολύ όλο προσφυγιά η γειτονιά , αυτή όμως δεν το έβαζε κάτω ! Μαθημένη στον κόπο και τις δουλειές από μικρό κοριτσάκι η Μαρίκα , όλα τα προλάβανε σπίτι, πλύσιμο. Ρούχα από εφτά άντρες και της μικρούλας τα πανιά … Το σίδερο ήταν το βάσανο που έπρεπε να βάλει τα καρβουνά μέσα για να ζεσταθεί καλά , «ήταν και βαρύ πολύ το άτιμο» να οι ντάνες τα ρούχα ίσαμε κ πάνω ,μέχρι να σιδερώσει, την μπουγάδα καθημερινά , στα χέρια πλύσιμο και άπλωμα, έτρεχε από την άλλη στο μικρό δωματιάκι στο γκάζι , πάνω η σε γκαζιέρα, να φτιάξει το φαγητό … Ο Αντώνης την έβλεπε που κουραζόταν τόσο πολύ , μα δεν μπορούσε να κάνει κάτι ακόμα , δουλεύαν όλοι μαζί πατέρας και παιδιά η δουλειά τους πολύ βασανιστική. ¨Ώρες πολλές μέσα στα παγωμένα νερά η στα καζάνια που βάζαν να βράσουν με νερό ο λόγος; Ο πατσάς που έπρεπε να καθαρίσουν» έφτανε ήμερα που καθάριζαν 900 κυλλά ,τα αγόρια κουράζονταν πολύ και συνεχώς είχαν γκρίνια . Τα χρήματα τότε ήταν λίγα και μετρημένα για τον καθένα , είχαν μια από τις μεγαλύτερες αποθήκες στου Ρέντη , μα όσα και να έβγαζαν δεν έφταναν . Νέα παιδιά ήταν το αίμα έβραζε ήθελαν την βόλτα τους λίγο να ξεδώσουν, μια ο κινηματογράφος, που τότε ήταν στο φόρτε του , με ένα εισιτήριο έβλεπαν δυο έργα , άλλος στο μπιλιάρδο ,άλλος βόλτα με το κορίτσι του . Και όλα αυτά τα επωμιζόταν η Μαρίκα και ο Αντώνης , που έπρεπε να μένουν σπίτι για τους γέρους . Μετά από λίγο καιρό η μικρή αρρώστησε και δεν έλεγε να συνέλθει, τα οικονομικά πολύ δύσκολα , θέλαν να πάνε και σε ένα χώρο πιο υγειές για το παιδί , «τόσα άτομα; πολλά τσιγάρα» μέσα σε δυο δωμάτια. Ο γιατρός φώναζε, η μικρή άρχισε να έχει πυρετό ,να μην τρώει τίποτα πια, όλο ανησυχία είπαν μια και το παιδί δεν μπορεί, να το βαφτίσουν μπας και ηρέμηση, φυσικά έπρεπε να της δώσουν το όνομα της γιαγιάς που χάθηκε, έψαχναν για νονό η νονά. Μια γειτόνισσα τούς είπε για μια άλλη κυρία ένα στενό ακριβός πείσω από το σπίτι του παππού, ότι θα ήθελε να βάφτιση ένα παιδάκι . Της το είπαν και δέχτηκε αμέσως μόνο που τούς είπε , «το όνομα που θα της δώσω, θέλω να είναι της αδερφής μου που την έχασα πολύ νέα»… Δύσκολα τα πράγματα ο Αντώνης ήθελε το όνομα της μάνας του. «Πρώτη εγγόνα ρε γυναικά ! Της μάνας το όνομα πρέπει» Η νονά ανένδοτη τι να έκαναν: άλλος δεν βρισκόταν η μικρή καιγόταν στον πυρετό … Το πήραν απόφαση πια και έτσι ένα πρωινό την άρπαξαν και κατευθείαν στον παπά και το όνομα αυτής Ηρώ! όχι Ασημή που ήταν της γιαγιάς της .. Αμέσως με την βάφτιση της η μικρή σταμάτησε το κλάμα ηρέμησε και έφυγε ο πυρετός , έφαγε και ύπνο ήρεμο, με μια γλυκάδα στο προσωπάκι της, « Καλέ αυτό ήθελε το όνομα του» έλεγαν η νονά και η θεία της Ηρώς πια. Δυο μηνών η μικρή και κάποια στιγμή οι γονείς της βρήκαν ένα σπίτι πιο μακριά ,στο Πέραμα, μια μικρή παραγκούλα πάνω στο βουνό . Όλο βράχια, πράσινο καθόλου, αλλά φθηνό πολύ ,εκεί έστησαν το νοικοκυριό τους με πολύ λίγα πράγματα και την αγάπη τους .. Ο Αντώνης πήρε ένα μηχανάκι για να πηγαίνει στην δουλειά του ξεκίναγε νύχτα ακόμα, που συγκοινωνιακά μέσα τότε στην νύχτα . Η μάνα το νοικοκυριό ως και της πέτρες άσπρισε να είναι όλα καθαρά για το κρύο κουρελούδες, σε μια γκαζιέρα μαγείρευε ,με την σκούπα την κοντή από ξερά χόρτα ως και τα βράχια ;σκούπιζε .. Ώσπου μια μέρα ξαφνικά ακούστηκαν σειρήνες και ο κόσμος άρχισε να φωνάζει «Φωτιά – φωτιά τα καζάνια τρέξτε» . Βλέποντας την καπνιά η έρημη μάνα αρπάζει το μωρό από την κούνια του το τυλίγει με μια κουβέρτα, παράτα το σπίτι και αρχινά να τρέχει. Ανάμεσα στα κατσάβραχα και τον κόσμο, όλοι να ξεσηκώνουν τον τόπο από της φωνές, και τα κλάματα τούς , τα καζάνια με το πετρέλαιο να αρχίσουν να πετάνε φλόγες εκρήξεις παντού !… Κατεβαίνοντας την κατηφόρα του βουνού βλέπει στον δρόμο τον άντρα της με την μηχανή να τούς ψάχνει σαν τρελός» Αντώνη μου εδώ –εδώ» «Ανέβα γρήγορα» της φώναζε ενώ τα καζάνια να καίγονταν ,ο κόσμος όλος στους δρόμους να ουρλιάζουν πανικόβλητοι όλοι … Πάνω στη μηχανή και δρόμο σαν τρελοί να γλυτώσουν. Καθώς έτρεχαν το μωρό αρχίζει να γλιστρά από την κουβέρτα . «Σταμάτα- σταμάτα Αντώνη» η μάνα έσκουζε και όπως πάει να σταματήσει προλαβαίνει το παιδί και το αρπάζει από την φασκιά στον αέρα λίγο ακόμα θα έσκαγε κάτω στο δρόμο. Η πρώτη φορά που σώθηκε η μικρή από τον θάνατο ,πήγαν πάλι στου παππού το σπίτι, να περιμένουν τι θα γίνει με τα καζάνια, και το σπίτι τούς, τώρα πια τα άλλα δυο αδέρφια του είχαν παντρευτεί και ζούσαν αλλού … Πέρασαν δυο μέρες γύρισαν στο σπίτι τούς πάλι, ευτυχώς δεν είχε καεί ! Πάγωναν από το κρύο, με τα χνώτα τους φύσαγαν τα χέρια να ζεσταθούν, η θάλασσα να λυσσομανά και ο αέρας να περνά από παντού.. Καταχείμωνο πια το μαγκάλι η μονή λύση, λίγο το παράθυρο ανοιχτό και έτσι την πέρναγαν.

 

©2023 Αναστασία Βαττή

Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Αναστασία Βάττη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΖΩΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Η Αναστασία γεννήθηκε στην Νίκαια Αττικής. Κατάγεται από πρόσφυγες της Σμύρνης και από Κρήτη. Τελείωσε σε ατελιέ την Κοπτική Ραπτική και σε σχολή Οικοκυρικής. Άσκησε την Κοπτική Ραπτική σε ατελιέ δικό της για 10 χρόνια. Ακόμα, έχει στο ενεργητικό της ένα πτυχίο από την Σχολή Παραψυχολογίας και Μελλοντολογίας του Νίκου Πισσάνου. Αργότερα ασχολήθηκε με την αγιογραφία και έχει μια ατομική έκθεση στο ενεργητικό της. Επίσης, ασχολείται με την ζωγραφική, τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ανήσυχο πνεύμα όπως είναι, αποφασίζει να ασχοληθεί και με τη συγγραφή. Το πρώτο της βιβλίο «Το Σημάδι», κυκλοφόρησε το 2015. «Η Σπηλιά του Δράκου» είναι το δεύτερο βιβλίο της.

Αφήστε μια απάντηση