Κεφάλαιο δέκα εφτά… συνέχεια…
Μια μέρα καθώς η Ηρώ διάβαζε άκουσε να την φωνάζουν, βγαίνει στο μπαλκόνι να δει ποιος είναι , ήταν ένας άντρας άγνωστος, αφού τον ρώτησε τι ήθελε, αυτός επέμενε να μιλήσουν… Της είπε ότι τον λένε Στέφανο ανέβηκε στο σπίτι της καθώς καθίσανε με καφεδάκι να γνωριστούν, άρχισε αυτός να την ρωτά διάφορα θέματα για ένα θείο του «η Ηρώ είδε ότι το όνομα που της έδωσε δεν ήταν το δικό του ούτε ο θείος ζούσε».
«Σήκω και φύγε αμέσως! Δεν είσαι ο Στεφανής, έτσι μου λέει ο θείος του»
«Κυρία Ηρώ, συγνώμη δεν ήθελα να σας κοροϊδέψω, δεν είμαι ο Στέφανος αυτός με έστειλε να ρωτήσω κάτι που ψάχνει από τον θείο του».
«Λες ψέματα πάλι, του είπες για εμένα εσύ όχι να ρωτήσεις για αυτό που ψάχνει; Φύγε δεν θα σου πω τίποτα, εξάλλου ο θείος του είναι νεκρός, έτσι; Αυτός την κοίταζε αναστατωμένος τώρα»
«Όχι δεν είναι νεκρός! Απλά δεν θυμάται, που τα είχε βάλει αυτά που θέλει ο Στέφανος».
«Θα στο πω για τελευταία φορά φύγε, μιλάω με τον θείο του τον ίδιο, έχει πεθάνει εδώ και δέκα χρόνια. Το κατάλαβες ; Ότι θέλει θα ‘ρθει ο ίδιος ο Στεφανής εδώ».
Σηκώθηκε σαν τη βρεγμένη γάτα ζήτησε το τηλέφωνο της και έφυγε… Την επομένη χτυπούσε το τηλέφωνο, το σηκώνει…
«Η κυρία Ηρώ;» μια φωνή πολύ συνεσταλμένη.
«Εγώ είμαι Στέφανε σε περίμενα»
Από την επομένη γνωριστήκαν πολύ καλά. Αφού βρέθηκαν από κοντά, την ρώτησε πως κατάλαβε ότι ο άλλος έλεγε ψέματα είχε ακόμα μια δυσπιστία στο βλέμμα του που η Ηρώ έπρεπε να του την διώξει… Του εξήγησε ότι ο ίδιος ο γέροντας της μίλησε με το που ανάφερε το όνομα του μα δεν το πίστεψε ο Στέφανος.
«Είχε και δίκιο, πως μπορεί ένας άνθρωπος να μιλά με νεκρό;»
Τότε η Ηρώ μίλησε πάλι με τον θείο του χωρείς καν να το επιδιώξει η ίδια, μόνο του είπε.
«Στεφανή την άλλη Πέμπτη θα πας Αθήνα, σε τρία σημεία θα βρεις λεφτά, θα τα πάρεις και θα πας σε μια εκκλησία να ανάψεις κεράκια»
Σάστισε ο Στέφανος
«Μα του ανάβω κερί πάντα, το μόνο που με αναστάτωσε είναι ότι μόνο αυτός με φώναζε Στεφανή»
«Πάντως εγώ αυτό δεν το ήξερα; ‘κανε ότι σου λέει θα έχει τον λόγο του’».
Έτσι ο Στέφανος έφυγε νομίζοντας ότι η Ηρώ τον κορόιδευε, με πολλές αμφιβολίες μέσα του, πέρασαν οι μέρες έφτασε η Πέμπτή τίποτα νέο η Ηρώ ήξερε ότι θα τα έβρισκε ήταν σίγουρη σε ότι έβλεπε κ έλεγε , το βράδυ πολύ αργά να το τηλέφωνο από τον Στέφανο.
«Καλησπέρα Ηρώ τα βρήκα όπως μου είπες σε Τρία φανάρια μπροστά»
«Στεφανή δεν στο είπα εγώ ο παππούς τα είπε, μην μπερδεύεσαι»
«Ως που θα έφτανε αυτή η δύναμη» αναρωτιόταν συνέχεια όσο προχωρούσε ο καιρός όλο και κάτι καινούριο ξεπετιόταν από το υποσυνείδητο της, από την καρδιά της, από την δύναμη αυτή που είχε αρχίσει να την κουράζει ψυχολογικά.
Από τότε κάθε Κυριακή ο Στέφανος με την κοπέλα του, πήγαν πολλές εκδρομές, ερχόταν συχνά και κάνανε παρέα, τελικά η όλη υπόθεση ήταν ο Στέφανος να εμπιστευτεί την Ηρώ.
©2023 Αναστασία Βάττη
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Πραγματικά μια διαφορετική ιστορια από τις άλλες με έντονο ενδιαφέρον για τη συνέχεια! ❤❤