Ποίημα
Μη με ρωτάς, πού πήγαν
εκείνοι οι άνθρωποι του Μάη, Μαρία…
Τι να σου πω, τώρα κι εγώ;
Υπήρξαν στο χθες…
Είχαν για ευαγγέλιο, το αλφαβητάρι του ήλιου…
Μια θλίψη στο βλέμμα τους,
νεφέλες έφερνε, σ’ έναν αδίστακτο ουρανό…
Μια χαρακιά βάθαινε ανάμεσα στα φρύδια τους,
και σαν σκοτείνιαζε,
μ’ ένα γυαλί, από σπασμένο καθρεφτάκι,
σακάτευαν τις φλέβες των χεριών τους.
Τότε, το γάλα που βύζαξαν, και το αίμα το αψύ
από τις πληγιασμένες τους, τις αρτηρίες,
ποτάμι ορμητικό, οργής γινόταν,
παρασέρνοντας τη σιδεριά της φυλακής.
Τα μάτια τους, δυο πυρωμένα κάρβουνα,
δίπλα τους, θρήνο άρχιζαν, γυναίκες με ασετιλίνη,
και βάδιζαν στις πιο υπόγειες τις τρώγλες,
κει, που παιχνίδια παίζανε, χαφιέδες και ληστές…
Άρπαζαν οι γυναίκες, τη φλόγα των ματιών, των πεθαμένων,
καίγοντας στη φωτιά τα ζάρια,
που ξεπουλούσανε τις μοίρες των ανθρώπων στα παζάρια,
φονιάδες, τρωγλοδύτες, και αργυραμοιβοί…
Από τότε , εκείνοι στέκονται στις πύλες του χθες.
κι απ’ το παλιό μαρτύριο,
μια πίκρα παραπόνου, έχει μείνει
τις νύχτες σα σκυλί να αλυχτά,
σε ποιον να παραδώσουν την ελπίδα, και τη χάρη…
Εμείς όμως ατυχήσαμε, Μαρία.
Ζούμε σε άνυδρους καιρούς,
υστερικούς, στερητικούς, απολίτικους,
γυμνωμένους από ιδανικά…
Με συγχωρείς που σε μεγάλωσα εδώ,
σε μια κοινωνία τυφλών,
μια αυτοματοποιημένη αδιαφόρητη μάζα,
που ψηλαφίζει το ξεχαρβαλωμένο αιδοίο,
μιας παγκόσμιας πολιτικής, που κυοφορεί,
συφιλιδικά, σηψαιμικά, έμβρυα…
Το τώρα, δεν υπάρχει σαν τώρα…
Τόσο άξενο και άξενα στοιχειωμένο,
κλείνει το γόνυ, ικέτης κι υπερασπιστής, στο βόθυνο,
της τιμής, μίας πόρνης φτηνής, εξουσίας…
Γι’ αυτό και τα τραγούδια μας,
με τραγούδια, πια, δε μοιάζουν,
μόνο κάτι λειψοί, γυμνωμένοι, άναρθροι ήχοι…
Γι’ αυτό κι οι ποιητές,
ούτε ένα ποίημα της προκοπής, δε γράφουν…
Γυρίζουν κατηφείς, σέρνοντας τα μπακαλοτέφτερα, υπό μάλης…
Μα κανείς, δεν καταλαβαίνει πια,
πως όταν η ευταξία ηδονίζεται,
η ευνομία βιάζεται ?…
Τόσο αίμα κυλάει γύρω μας.
κι όμως κανένας δεν ακούει…
Γιατί το αίμα, δε μιλάει,
ουρλιάζει μόνο, Μαρία,
μέχρι να σπάσει τα τύμπανα των αυτιών,
να γίνει σύρμα, στο βλέμμα, στα χέρια, στην καρδιά…
Τότε, όλοι εκείνοι που περιμένουν στις πύλες του χθες,
θα παραδώσουν τη σκυτάλη, στη γενιά του αύριο…
Δε θέλουν στεφάνια, Μαρία,
ούτε πομπώδεις επικήδειους, υπέρ πεσόντων…
Γυρεύουν αμαξηλάτες, να κινήσουν στους τροχούς του αύριο,
το λόγο λαϊκής ανάστασης,
στο λίκνο μιας παγκόσμιας επανάστασης…
Θέλουν, εκείνα τα ιδανικά, που προασπίσαν,
πρώιμα ρόδα, πρωινού Μαγιού, ν’ ανθίσουν,
και να ζητούν ξανά να σαρκωθούν,
για να μη γίνει το άλλοτε και το επέκεινα σαν τώρα…
Μα αυτά ανήκουν στο αύριο,
όχι στο σήμερα, Μαρία.
Στο σήμερα, ζούμε κωμικοτραγικά,
πεθαίνουμε αδιάφορα…
Είναι, σου λέω, χτικιασμένη η γενιά μας,
και το αίμα, που κυλάει στα σεντόνια,
μετριέται για μπογιά..
Γι’ αυτό, μη χαλιέσαι, Μαρία,
που καπνίζω, το ένα τσιγάρο
πάνω στο άλλο, βήχοντας ασταμάτητα.
Έτσι μωρέ, γιατί μ’ αρέσει να ξοφλιέμαι μοναχή μου
να μην μπορούν, μετά αυτοί, να πουν, πως τάχα με ξόφλησαν…
©2024 Φωτεινή Μανούση
πνευματικά δικαιώματα διατηρούνται
Αρθρογράφος – Λογοτέχνιδα

Πολύ ωραίο μπράβο σου