Αφήγημα
Άραγε γιατί όταν σε σκέφτομαι δεν μπορώ πια να νιώσω όλα εκείνα, που μ΄ανάγκασαν ν΄αποκοπώ από τον υπόλοιπο κόσμο και να κλειστώ στον μικρό παράδεισο του έρωτα σου;
Σηκώνω το βλέμμα και προσπαθώ να χαθώ σ΄εκείνο το καστανό και πράσινο των ματιών σου, στη λασπωμένη γη, που με τόση λαχτάρα κυλιόμουν μέσα της. Ακόμη δεν ξέρω γιατί αυτή η γόνιμη γη ξαφνικά ξεράθηκε για μένα. Θυμάμαι πως όλα ξεκίνησαν εκείνο το απόγευμα που μου έκανες νόημα να πλησιάσω και με μια αφύσικη ευκολία ξεγλίστρησα από τα χέρια σου ψιθυρίζοντας μια ανόητη δικαιολογία. Είναι πραγματικά απορίας άξιο πως με πίστεψες τόσο εύκολα. Δεν ξέρω γιατί σου παραδόθηκα άνευ όρων. Ακόμη και σήμερα πολλές φορές που κρύβομαι στις πτυχές της νύχτας, αναρωτιέμαι τι ήταν εκείνο που με οδήγησε στα αρρωστημένα μονοπάτια του έρωτα σου.
Ήταν αλήθεια έρωτας;
Δεν ξέρω τι ν΄απαντήσω στον ίδιο μου τον εαυτό, μια που δεν τόλμησα ποτέ να ρωτήσω εσένα. Είναι γελοίο, μα φοβόμουν ν΄ακούσω από τα χείλη σου να μου αποκαλύπτουν με σκληρότητα πως δεν ήσουν ο πρίγκιπας των παιδικών μου ονείρων. Όχι, δεν ήσουν και δυστυχώς έπρεπε να πληρώσω το τίμημα για να το νιώσω πάνω στο πετσί μου. Έπρεπε να κολυμπήσω σ΄όλες εκείνες τις σκοτεινές θάλασσες, που επέλεξαν οι δαίμονες σου για κρησφύγετο. Να ξέρεις πως τους ανακάλυψα όλους, έναν προ έναν, με μια αφέλεια που θα σου μείνει αλησμόνητη, είμαι σίγουρη. Αλήθεια σ΄αυτές τις ελάχιστες κρίσεις συνειδήσεως, που θέλω να πιστεύω πως είχες, αναρωτήθηκες ποτέ γιατί θέλησες να με βάλεις σε αυτό το παιχνίδι που χρειάζονται δυο ενήλικες;
Όταν μπήκα στην ζωή σου δεν ήμουν παιδί, τουλάχιστον όχι στο κορμί, που με τόση λαχτάρα ποθούσες να κατακτήσεις. Στην ψυχή όμως; Νεογέννητο. Μύριζα γάλα, σχεδόν θήλαζα με κλειστά μάτια, από το στήθος δυο παλαιολιθικών γονιών που είχαν ένα παιδί και ένα κορίτσι. Τότε πίστευα πως λειτουργούσες κάτω από μια ιδιαίτερη ηθική και γι΄αυτό σε τοποθέτησα στην πιο ψηλή βουνοκορφή.
Αλήθεια πότε γκρεμίστηκες από εκεί;
Πότε σταμάτησαν τα μάτια μου να σε κοιτάζουν με θαυμασμό;
Δεν ξέρω…
Από την πρώτη μέρα σαν κουτάβι σε μύριζα και μπουσουλούσα προς το μέρος σου. Δεν ήξερα πως και εσύ είχες μεγαλώσει με φόβους ψυχής, ίσως και γι΄αυτό να τόλμησες να μ΄αφήσεις να σε πλησιάσω. Το διαβατήριο μου: οι πολλαπλές ανασφάλειες και φοβίες μου, που μάλλον σε γοήτευσαν. Γνώριμα μονοπάτια για σένα, που ήδη τα περπατούσες για δεκαετίες. Σ΄άκουγα και μεθούσα.
Πως γίνεται να μεθάει κανείς μονάχα με τα λόγια;
Από τα δυο σου χείλη όμως όλα αποκτούσαν άλλη διάσταση, ήταν απίστευτο το πως οι δικές σου παιδικές αναμνήσεις με το που έβγαιναν από τα χείλη σου, αυτόματα αποκτούσαν μυρωδιά και γεύση. Μια μυρωδιά που με ζάλιζε, μια γεύση που με νάρκωνε βαθιά. Μύριζα λαίμαργα ακόμα και τον ιδρώτα από τα φθαρμένα καλοφροντισμένα ρούχα που φορούσες. Προσπαθούσες, ραντίζοντας τα με μια ακριβή κολόνια, να αλλοιώσεις την μυρωδιά σου. Υποστήριζες φανατικά πως το σαπούνι και το ακριβό άρωμα δημιουργούσαν τον κατάλληλο ερωτικό συνδυασμό, που θα έλκυε την αιώνια αγαπημένη. Ίσως γι΄αυτό θυμάμαι ακόμη την κολόνια, μα όχι τη μυρωδιά σου. Από την άλλη ίσως απλώς να ήθελες να καλύψεις τη βρώμα της ψυχής σου μ΄ένα αφόρητα καθαρό κορμί. Έκπληκτη, κάποια στιγμή διαπίστωσα πως σχεδόν σιχαίνομαι τη μυρωδιά του μοσχοσάπουνου. Κάθε φορά που λειτουργώ ως καταναλώτρια, οι αναμνήσεις μ΄εμποδίζουν ν΄απλώσω το χέρι και να πάρω μια πλάκα από το ράφι. Προσπερνάω βιαστικά τον διάδρομο και κοιτάζω από την άλλη, σαν να θέλω ν΄αποφύγω το κοινωνικό σχόλιο εκείνης της αντιπαθητικής ηλικιωμένης γειτόνισσάς, που καρφώνει το βλέμμα της πάνω μου κάθε φορά που τα καροτσάκια μας συναντιούνται.
Αλήθεια πως ξεκίνησε όλη αυτή η αφύσικη τρέλα;
Πως βρεθήκαμε ν΄αγγίζουμε ο ένας τον άλλο;
Εσύ ακόμα είχες τ΄απομεινάρια μιας άλλης γυναίκας στα χέρια σου, τη μυρωδιά της, τη γεύση των φιλιών της, το κούνημα των γοφών της πάνω στο κορμί σου. Μου είπες πως όλα είχαν τελειώσει και εγώ σε πίστεψα. Έπεισα τον εαυτό μου πως ήμουν πιο σημαντική, πιο ποθητή από εκείνη. Ξέρω πως κατά βάθος απλώς δεν ήθελα να παραδεχθώ πως ήμουν και εγώ αναλώσιμη. Δέχθηκα να περπατήσουμε μαζί. Ν΄αγναντέψουμε το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας. Θυμάμαι αμυδρά πως κάποιος από τους δυο μας γιόρταζε, τι ακριβώς δεν έχει πια σημασία. Κάποιος γιόρταζε και έτσι σαν κλέφτες αποδράσαμε για πρώτη φορά στην πιο κοντινή ερημική παραλία. Δεν ήθελες κοσμικά, υποστήριζες πως δεν σου ταιριάζανε. Ήταν ακόμη ένα μάθημα για μένα μ΄ένα δίδαγμα ζωής, που δεν θα ξεχάσω ποτέ – ο συντηρητισμός και η τσιγκουνιά των συναισθημάτων δεν αφήνουν πολλές επιλογές στον άνθρωπο που δεν ξέρει να τρέφει την ψυχή του με αγάπη – παρόλα αυτά, ήμουν ευτυχισμένη εκείνο το απομεσήμερο που μαζί ψιθυρίσαμε στα γλαροπούλια τις κρυφές μας επιθυμίες. Θυμάμαι, φοβισμένη κάποια στιγμή είχα κουρνιάσει σε μια γωνιά ανάμεσα σε δυο βράχους και προσπαθούσα ν΄ανακαλύψω το βότσαλο, που θα στιγμάτιζε τη στιγμή. Αισθανόμουν σαν τα παιδιά που θέλουν να κρύψουν στο κουτί των αναμνήσεων κάτι από το παιχνίδι, που τους πρόσφερε την πολυπόθητη νίκη. Η νίκη ήσουν εσύ. Η βόλτα μας. Η σιωπή των χειλιών μας, που είχε καταφέρει να πνίξει όλα εκείνα που κραύγαζαν οι ψυχές μας. Η δειλία μας, που υποχρέωσε τα δυο κορμιά να μείνουν μακριά το ένα από το άλλο. Όταν άνοιξες την πόρτα για να ξαναμπώ μέσα στον μικρό σκαραβαίο θέλησα να σ΄ευχαριστήσω και τότε βιαστικά έσκυψες και άγγιξες φευγαλέα τα χείλη μου. Είδα στα μάτια σου ξαφνικά μια λάμψη πιο δυνατή ακόμη και από τον ανοιξιάτικο ήλιο, που δεν είχε σταματήσει στιγμή να χαϊδεύει τα δυο μας πρόσωπα.
Άραγε τι να είχες νιώσει εκείνη την στιγμή;
Ακόμη αναρωτιέμαι…
Όπως πάντα δειλή, κατάφερα μονάχα να σου χαμογελάσω σαν ναρκωμένος θεατής σε χιλιοειπωμένη οπερέτα… και όμως… εκείνα τα σμαραγδένια μάτια ξαφνικά φάνταζαν πιο μεγάλα, πιο φωτεινά, πιο όμορφα. Αν με ρώταγες, θα ορκιζόμουν πως εκείνο το πρώτο μας φιλί θα το θυμόμουν μέχρι τη στερνή μου ώρα. Ήταν τόσο παράλογο, θεωρούσα πως βίωνα την απόλυτη ευτυχία την ίδια στιγμή που η σκέψη μου φλερτάριζε με τον θάνατο… τον θάνατο… τον δικό μου θάνατο!
Ντρέπομαι όταν θυμάμαι πόσες φορές επιχείρησα να βάλω τέλος στην ζωή μου όσο ήμασταν μαζί. Ακούγεται τραγικό μα μια φορά προσπάθησα να τις μετρήσω. Τελικά αποκοιμήθηκα με δάκρυα στα μάτια χάνοντας το μέτρημα…
Αν ποτέ σε ρωτήσει κανείς αν οδήγησες κάποιον στη απόλυτη καταστροφή να του απαντήσεις: ΝΑΙ!
Τις τελευταίες μέρες πριν φύγω για πάντα από κοντά σου, είχα σχεδόν πειστεί πως δεν ήθελες να με πληγώσεις, απλώς δεν μπορούσες να κάνεις διαφορετικά. Ήταν πια πολύ αργά να κλάψω για ότι έχασα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ήταν αργά ακόμα και για να σε μισήσω. Είχα καταλήξει πως δεν σου άξιζε κάτι τόσο έντονο, κάτι τόσο παθιασμένο όπως ήταν το μίσος μου. Την τελευταία φορά που είδα το ρυάκι από το αίμα να κυλά από το χέρι μου στο κάτασπρο μαντήλι που μου είχες χαρίσει, αισθάνθηκα ένα είδος ηδονής να κατακτά κάθε κύτταρο του κορμιού μου. Θα περίμενε κανείς να τρομάξω, μα μια πρωτόγνωρη χαρά οδήγησε τα βήματα μου στη βεράντα, στο φως του φεγγαριού, που εκείνη την ώρα ήταν σαν να φώτιζε μονάχα τα χέρια μου επίτηδες, για να προσκαλέσει τα σκοτεινά θεριά της νύχτας να ρουφήξουν τις πολύτιμες σταγόνες, που ρυθμικά στάζανε πάνω στο μαντήλι. Περίμενα ώρες να φανεί κάποιος να με μεταμορφώσει, μα όσο η νύχτα συνέχιζε το αργό σκοτεινό ταξίδι της, το μόνο που με πλησίαζε ήταν η λυτρωτική κούραση, που είχε αρχίσει να κατακτά έντονα τα βλέφαρα μου. Απογοητευμένη σκούπισα το χέρι μου με το μαντήλι, το τύλιξα πρόχειρα πάνω στις χαρακιές για να μην τις βλέπω και κατέβασα το μανίκι του ρούχου βιαστικά, για να πάω να κρυφτώ στην γωνιά μου. Το επόμενο ξημέρωμα με βρήκε ζαλισμένη να προσπαθώ να κρύψω τη δειλία μου. Αν όντως ήμουν αποφασισμένη να βάλω ένα τέλος και δε φοβόμουν, εκείνη την ώρα θ΄ακουγόταν τα μοιρολόγια που θα με συνόδευαν στον άλλο κόσμο. Παρότι ο καιρός ήταν ακόμη ζεστός, αναγκάστηκα να φορέσω μακρυμάνικο για να κρύψω την πράξη δειλίας μου… το αξιοπερίεργο ήταν πως ενώ είμασταν για ώρες μαζί, είδες τις χαρακιές κατά λάθος, λίγο πριν φύγω από κοντά σου… για μια στιγμή μονάχα τρόμαξες… άρχισες να φωνάζεις πως δεν γινόταν να με χάσεις, όχι εμένα, που ήμουν τόσο σημαντική για τη συνέχεια της άχρωμης ζωής σου και κάτι ακόμα, που τώρα όσο και να προσπαθώ είναι αδύνατο να θυμηθώ… Ήταν γελοίο μα σε πίστεψα… ένιωσα μάλιστα μια γλυκιά ανατριχίλα σαν ερωτικό χάδι, τα μάτια σου δάκρυσαν, τα χέρια σου μ΄αγκάλιασαν τρυφερά και τα χείλη σου μου χάρισαν φιλιά γεμάτα πάθος. Ένιωσα σαν να κάναμε έρωτα και ας μην μπήκες μέσα μου και ας μην ένιωσα να ικανοποιείται η θηλυκή μου υπόσταση.
Γυρίσαμε μαζί και σαν ιππότης με συνόδεψες στην είσοδο της φυλακής μου, σε χαιρέτησα μ΄ένα χαμόγελο και μ΄ένα απαλό χάδι στο χέρι, μου έκλεισες το μάτι και μου υποσχέθηκες πως την επομένη θα πηγαίναμε μαζί για φαγητό. Τι σημασία είχε που θα πηγαίναμε, αρκεί να είμασταν μαζί, αρκεί να μπορούσα να υπάρχω δίπλα σου.
Όταν το σπίτι βυθίστηκε ξανά στη σιωπή του λυκόφωτος άλλαξα και κατέβηκα ξανά στην αυλή, η νύχτα μου χρωστούσε και εγώ αυτή τη φορά ήθελα να εισπράξω… Ντυμένη στα μαύρα, σαν κακός μαντατοφόρος, βγήκα στον δρόμο και ξεκίνησα να σε ψάχνω σε άγνωστα μονοπάτια, δεν ήξερα που πήγαινα. δεν ήξερα καν γιατί είχα βγει στον δρόμο και περπατούσα σαν χαμένο κουτάβι, το μόνο που ένιωθα εκείνη την ώρα, ήταν μια ακατανίκητη ανάγκη να φύγω μακριά. Δεν ξέρω πως βρέθηκα κάτω από το σπίτι σου, δεν είχα συνειδητοποιήσει πως έφτασα εκεί, όταν ξαφνικά αναγνώρισα τον μικρό σκαραβαίο, ένα ανόητο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου ενώ η νύχτα είχε ήδη φορέσει τα γιορτινά της. Σήκωσα για μια στιγμή το βλέμμα ψηλά, για ν΄απολαύσω τα στολίδια της, όταν με τρόμαξαν άγνωστες ομιλίες και γέλια, ασυναίσθητα κρύφτηκα, αισθανόμουν άσχημα που ενώ οι άλλοι γύρω μου μπορούσαν να γελάνε εγώ κρυβόμουν ακόμα και από τον ίδιο μου τον εαυτό, έκανα να το βάλω στα πόδια μα κάτι την τελευταία στιγμή με σταμάτησε.
Εκείνη η ναζιάρικη φωνή,εκείνος ο τόσο θηλυκός τόνος που φώναζε: ‘Αγάπη μου!’
Στάθηκα ακίνητη και σήκωσα το βλέμμα μου σίγουρη πως αυτό που θα έβλεπα θα με πόναγε… Τα χέρια της ήταν τυλιγμένα γύρω από τον λαιμό σου ενώ τα χείλη της μια ανάσα μακριά από τα δικά σου, ένα προκλητικό κορμί, τυλιγμένο με μετάξι και δαντέλα, που δεν άφηνε καμιά αμφιβολία για τα θέλω του. Την κοίταζες σαν διψασμένος, λαχταρούσες να ρουφήξεις ακόμα και το ακριβό έντονο Παριζιάνικο άρωμα που είχε ποτίσει τα ρούχα της και κάτι μου ψιθύριζε ασταμάτητα στο αυτί πως σε λίγο θα το έκανες με περισσή προθυμία. Μπήκατε αγκαλιασμένοι στην είσοδο ενώ τα χέρια σας δε σταματούσαν στιγμή να πολεμάνε, να δίνουν και να παίρνουν…
Στάθηκα ακίνητη πολύ περισσότερο απ΄ότι σκόπευα και κάποια στιγμή αισθάνθηκα τα πόδια μου να λυγίζουν, για όνομα του Θεού έπρεπε να φύγω… μακριά… όσο πιο μακριά γινόταν από τα υπολείμματα εκείνου του ακριβού αρώματος. Δεν ξέρω καν πως επέστρεψα στο σπίτι, κατευθύνθηκα στη πιο σκοτεινή πλευρά του κήπου και κάθισα στο υγρό γρασίδι, σε μια γωνιά, χωρίς να μπορώ ν΄αναγνωρίσω καν τον χώρο, το μούδιασμα συνεχιζόταν και ήταν αδύνατο να το σταματήσω.
Όταν ώρες αργότερα σήκωσα το βλέμμα και είδα την χαραυγή, νόμιζα πως αιμορραγούσα από παντού… όμως καμιά πληγή δε φαινόταν κι όμως κάθε κύτταρο του κορμιού μου πονούσε αβάσταχτα. Δεν ξέρω που βρήκα το κουράγιο να φορέσω τη στολή της καθημερινότητας και να΄ρθω κοντά σου. Άνοιξες την πόρτα, με καλημέρισες και ήξερα πως η νύχτα που πέρασε σου χάρισε τόσα πολλά, τόσα όσα στέρησε από μένα.
Κατάλαβες τα πάντα μέσα σε μια στιγμή, με το που αντίκρυσες τα μάτια μου και ξαφνικά η απίστευτη αλλαγή σκηνικού, απελπισμένες εκρήξεις θυμού, βεβιασμένες κινήσεις χεριών, βαριές ανάσες, χιλιοειπωμένα λόγια, κούφιες υποσχέσεις, όρκοι αιώνιας αγάπης και τέλος ένα δάκρυ απόγνωσης.
Πόσο αθεράπευτα ανόητη μπορεί να είναι μια ερωτευμένη γυναίκα;
Το απίστευτο ήταν πως σε συγχώρεσα και σου δόθηκα σαν καταδικασμένη Ιφιγένεια σε μια απίστευτη τελετή θυσίας …..θεός και ιερέας την ίδια στιγμή, δεν άφησες κανένα περιθώριο διαφυγής. Πλήγωσες την καρδιά, ισοπέδωσες το μυαλό, λεηλάτησες το κορμί. Στο τέλος μ΄άφησες να αποκοιμηθώ διαλυμένη μέσα στην αγκαλιά σου.
Ακολούθησαν μέρες έρωτα, αφιερωμένες στην θεότητα σου και εγώ πιστή ακόλουθος συμφωνούσα σε κάθε σου θέλω. Ήμουν μαγεμένη από σένα, άκουγα μόνο όταν μιλούσες, έπινα όταν ζητούσες νερό, έτρωγα όταν ρωτούσες τι θα φάμε, ζούσα γιατί απλά συνέχιζες να είσαι ζωντανός.
Δεν είχα εμπειρία στον έρωτα όποτε ότι και αν μου ζητούσες, φυσιολογικό ή μη, εγώ είχα την αφέλεια να πιστεύω πως ήταν άκρως ερωτικό και σ΄άφηνα να πειραματιστείς πάνω στο κορμί και την ψυχή μου – άργησα ν΄ακούσω τον ψίθυρο που με προειδοποιούσε – άργησα πολύ.
Σου δόθηκα με κάθε δυνατό τρόπο για ν΄αποδείξω την αγάπη μου, την τρελή εκείνη ανάγκη ν΄αδιαφορώ συνεχώς για τον εαυτό μου και να τον αντικαθιστώ με δικά σου κομμάτια, στο τέλος είχα την ψευδαίσθηση πως είχα καταντήσει συνέχεια του χεριού σου, τώρα πια θα ήταν πολύ προσβλητικό να πω του ποδιού σου.
Εκμεταλλεύτηκες την αγάπη μου όσο καλύτερα μπορούσες, ξεδίψασες από το φρέσκο κορμί που δε σ΄αρνήθηκε ποτέ και ας μη σε ήθελε πάντα, χόρτασες από τα παθιασμένα φιλιά και χάδια, ικανοποιήθηκες με την αθωότητα, που όμως σκότωνες λίγο – λίγο σαν να΄ταν η καθημερινή σου δόση από σπάνιο ναρκωτικό.
Μπήκαμε σε μια καθημερινότητα που έμενα μου ρουφούσε τη ζωή και σένα αργά μα σταθερά σε δυνάμωνε για νέες ανακαλύψεις.
Άρχισες ν΄αλλάζεις και αυτό με τρόμαζε, δεν ήξερα πως ν΄αντιδράσω, ήθελα να είσαι χαρούμενος, μα δεν άντεχες τη χαρά, χρησιμοποιούσες κάθε δυσάρεστη σκέψη για να την αλλοιώσεις. Ήθελα να είσαι ικανοποιημένος, μα τίποτα δεν ήταν ικανό να ικανοποιήσει το τέρας του εγωισμού, που ξαφνικά ανακάλυψα πως είχες πάρει για κατοικίδιο. Ήθελα ν΄απαλύνω τον πόνο σου, μα έκπληκτη σ΄άκουσα να λες πως ο πόνος δυναμώνει και εσύ είχες στόχο να δυναμώσεις και άλλο.
Πραγματικά ήρθαν στιγμές που ένιωσα απόγνωση και το πιο απίστευτο απ΄όλα, ακόμα σ΄αγαπούσα, ακόμα σε θεωρούσα έναν σπάνιο άνθρωπο, ιδιόμορφο ίσως ακόμη και ιδιότροπο μα σπάνιο, μοναδικό, όπως μοναδική ήταν η αύρα σου που μέρα με την μέρα σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο. Ερχόταν στιγμές που δεν μπορούσα ν΄ανασάνω ελεύθερα.
Πάντα είχα μια προδιάθεση στο σκοτάδι, η φυσική ντροπή και ο φόβος, πως δε θα γινόμουν αποδεχτή, πάντα με οδηγούσαν στο περιθώριο της ζωής. Εσύ όμως ήσουν ταγμένος στο σκοτάδι, από έφηβος το είχες επιλέξει συνειδητά και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα ν΄αποδεχθώ.
Ψυχικό ερείπιο, ανίκανο να σταθεί στο φως, κρύφτηκα σε μια γωνιά και άρχισα επιτέλους να κλαίω. Να κλαίω και να αισθάνομαι πως ένα τέρας είχε καταβροχθίσει τον άνδρα που ερωτεύθηκα.
Μου ζήτησες να μείνουμε για λίγο χώρια. Για πρώτη φορά, από τη στιγμή που γίναμε ζευγάρι, αισθάνθηκα μια έντονη ανακούφιση να χαλαρώνει κάθε κύτταρο του κορμιού μου. Ήξερα πως θα έλειπες σε μακρινό ταξίδι, τα κλειδιά του διαμερίσματος σου βάραιναν αφύσικα στην τσέπη μου, έπρεπε να τα επιστρέψω. Ίσως αν τα έβλεπες, όταν θα επέστρεφες, θα καταλάβαινες πως δεν είχαμε πια μέλλον οι δυο μας. Για πρώτη και τελευταία φορά άνοιξα την εξώπορτα, κρατώντας ένα παλιό χαρτόκουτο αναμνήσεων. Δεν ήθελα τίποτα δικό σου να μου θυμίζει τα σκοτεινά μονοπάτια που περπάτησα πλάι σου. Το άφησα με τρόπο πάνω στο τραπέζι και έκανα να φύγω – ακόμα δε κατάλαβα τι ήταν εκείνο που με σταμάτησε – δεν ήταν ακριβώς θόρυβος, δεν ήταν καν ψίθυρος, περισσότερο θύμιζε φτερούγισμα πουλιών, που θέλουν να ξεφύγουν, ενώ έχουν πανικοβληθεί που δε βρίσκουν την έξοδο…
Περπάτησα αργά στον διάδρομο και άνοιξα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, πόσο κοινότυπος επίλογος σε μια ξεχωριστή, όπως ήθελα να πιστεύω, ιστορία αγάπης.
Ευτυχώς δε μίλησε κανένας μας, λίγες βαριές ανάσες ψιθύρισαν τρομαγμένες το τέλος.
Βρέθηκα να περπατάω κάτω από το ψιλοβρόχι στη μέση του δρόμου, θα πίστευε κανείς πως θα ήμουν συγκλονισμένη, μα εγώ ήμουν απλά μουδιασμένη και για έναν ανεξήγητο λόγο απελευθερωμένη.
Λίγους μήνες αργότερα, ζώντας πια στο φως της ημέρας, απολαμβάνοντας τη ζέστη του ήλιου και γελώντας σε κάθε ευκαιρία, σε συνάντησα τυχαία σε μια κοινωνική εκδήλωση. Ένας σφιγμένος άνδρας με γκρίζα μαλλιά, αγέλαστος, κοιτάζοντας αφ΄υψηλού γύρω του, άφησε τη ματιά του να καρφωθεί πάνω μου. Δεν δείλιασα ούτε για μια στιγμή, συνέχισα να γελάω ξένοιαστα κοιτάζοντας τον συνομιλητή μου στα μάτια. Ήμουν πια ελεύθερη και κανείς δεν μπορούσε να μου στερήσει ότι είχα αποκτήσει με τόσες θυσίες. Είχα πληγωθεί βαθιά μα κάπου εκεί έξω πίστευα πως υπήρχε μια ψυχή γεννημένη στο φως που με περίμενε. Χαμογέλασα ξανά, πίνοντας μια γερή γουλιά στην υγεία μου και στην υγειά του άγνωστου εραστή της ψυχής μου, που απλώς δεν είχε καταφέρει ακόμη να βρει τον δρόμο για να έρθει κοντά μου. Εκείνο το βράδυ πριν αφεθώ στην αγκαλιά του Μορφέα άναψα ένα μικρό κατακόκκινο φανάρι μπροστά στο παράθυρο.
Κοίταξα τον έρημο δρόμο και χαμογέλασα ασυναίσθητα ……
-Για να με βρεις άγνωστε εραστή της ψυχής μου!
©️2024 Μαρία Σταυρίδου
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα

μπράβο αστέρι!!