Μικρό Διήγημα – Ο Ιησούς σταμάτησε κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο –

You are currently viewing Μικρό Διήγημα – Ο Ιησούς σταμάτησε κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο –

Μικρό Διήγημα – Ο Ιησούς σταμάτησε κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο –

Μικρό Διήγημα

Μικρό Διήγημα

Πλησίαζαν Χριστούγεννα· για τους μεγάλους, μέρες επαναλαμβανόμενες και προβλέψιμες,
με ελάχιστες πια εκπλήξεις. Για τα παιδιά, ωστόσο, είναι πάντα μέρες ξεχωριστές,
κουβαλάνε υποσχέσεις των Αγίων και των ανθρώπων. Αδέσμευτα απ’ τους κανόνες
και τις συμβάσεις των μεγάλων, προσδοκούν μες στον δικό τους χρόνο και τόπο,
τα θαύματα ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα.
Κατά κάποιον τρόπο, σε κάτι τέτοιο αποσκοπούσε και η ιδέα της Ελίνας,
της οχτάχρονης εγγονής μου, όταν ξαφνικά, παραμονές εκείνων των Χριστουγέννων,
με πλησίασε μ’ ένα ψευτοσοβαρό μουτράκι και μου είπε:

-Παππού, τι θα ’λεγες να κάνουμε φέτος κάτι πρωτότυπο για τα Χριστούγεννα;
Μετά το στολισμό του μικρού μας δέντρου στο σαλόνι, να στολίσουμε και ένα δέντρο
στο μικρό παρκάκι της γειτονιάς μας…

Κοίταξα καλά καλά το ανεξιχνίαστο μειδίαμά της. Ήταν σοβαρή κι αποφασισμένη κιόλας.
Εγώ όμως χρειαζόμουν λίγο χρόνο να το επεξεργαστώ. Η Ελίνα, όμως, δε μου άφηνε
περιθώριο· με κοιτούσε ίσια, περιμένοντας μιαν άμεση απάντηση. Δισταγμοί και
αντιρρήσεις δε χωρούσαν στο αμείλικτο ερώτημά της. Η γοητεία της ακατανίκητη μπροστά
σε οποιοδήποτε επιχείρημα έψαχνα να βρω.
Έτσι, μετά από λίγο, ντυμένοι κατάλληλα, είχαμε αγοράσει όλα τα απαραίτητα στολίδια
και μπαίναμε στο μικρό πάρκο της γειτονιάς, όπου άρχισε η σοβαρή δουλειά.
Έπρεπε να εξετάσουμε προσεκτικά ποιο δέντρο ήταν το σωστό για τον μεγάλο σκοπό μας.
Η Ελίνα έτρεχε από ’δώ κι από ’κεί με έξαψη· να ελέγξει, να αγγίξει, να μυρίσει,
να μετρήσει το ύψος και τα φυλλώματά τους και τη θέση τους ακόμα στο φως.
Τέλος, εγκρίθηκε, ομόφωνα φυσικά, μια μικρή, φουντωτή ελιά και πιάσαμε αμέσως με όρεξη δουλειά.
Με περισσή φροντίδα, προσοχή στη λεπτομέρεια, πλάι-πλάι, εργαζόμασταν, μέχρι που το
ανυποψίαστο στην αρχή και απορημένο τώρα δεντράκι, μεταμορφωνόταν σ΄ένα υπέροχο
Χριστουγεννιάτικο δέντρο με τις χρωματιστές μπαλίτσες, τα κουδουνάκια και τις γιρλάντες του
και στο τέλος βέβαια, μερικά απλά αλλά όμορφα παιδικά παιχνίδια.
Όταν εξαντλήθηκαν τα στολίδια και η φαντασία και η τέχνη μας ολοκληρώθηκε,
καθίσαμε σε μια απόσταση και με ικανοποίηση, υπερηφάνεια και φιλαρέσκεια καμαρώναμε τα αποτελέσματα:

-Δεν είναι τέλειο παππού; Καλή δεν ήταν η ιδέα μου;
-Είναι τέλειο και η ιδέα σου θαυμάσια Ελίνα μου. Γι’ αυτό είμαι υπερήφανος για σένα.
-Κι εγώ για σένα παππού, γιατί με βοήθησες στ’ αλήθεια πολύ.
-Ευχαριστώ που το βλέπεις κι έτσι. Έκανα ό,τι μπορούσα μαζί σου.

Σε λίγο ακούστηκε ένας γνώριμος θόρυβος που όλο και δυνάμωνε, που όλο και ζύγωνε.
Κοιτάξαμε προς την είσοδο του μικρού πάρκου και σε ένα λεπτό φάνηκε μια παρέα
πιτσιρίκια να ’ρχονται προς το μέρος μας μαζί με τρεις-τέσσερις κυρίες να τα συνοδεύουν.
Πλησιάζοντας περισσότερο, βράδυναν λίγο το βήμα τους και άρχισαν να κοιτάζουν
αμήχανα το στολισμένο δεντράκι μας. Η απορία στα πρόσωπά τους μεγάλωσε ακόμα
φτάνοντας σχεδόν κάτω απ’ την ελιά.
Ύστερα μια κυρία διακριτικά, δε λέω, στρέφοντας το βλέμμα της σε μένα ρώτησε:

-Μπράβο, μπράβο. Του δήμου είστε;
-Όχι, όχι καμία σχέση, πετάχτηκε πειραγμένη η Ελίνα.
Είναι ο παππούς μου και βοηθός μου, αν θέλετε να ξέρετε. Ο πιο καλός βοηθός του κόσμου.

Εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε απ’ το πουθενά, θα έλεγες, ένα μικρό, εφτάχρονο πάνω-κάτω αγοράκι,
κατάξανθο, με μεγάλα, γαλανά, συλλογισμένα μάτια. Προχώρησε μόνο του κάτω απ’ το στολισμένο δέντρο,
αμίλητο, με μια εξωπραγματική ηρεμία και αυτοσυγκέντρωση στο προσωπάκι του.
Κοιτούσε εξεταστικά τον κάπως παλαβό διάκοσμό του, ενώ, όλοι μας, γύρω βλέπαμε τη σκηνή βουβοί
και κάπως εντυπωσιασμένοι. Όσο για τη μικρή Ελίνα, κοιτούσε κι εκείνη με χαμένο λες χαμόγελο,
αλλά και με μια ξεχωριστά ειλικρινή εμπιστοσύνη.
Αργά-αργά, προσεχτικά κι αθόρυβα άρχισαν να πλησιάζουν και μερικοί μπόμπιρες κάτω από την ελιά.
Η Ελίνα σκύβει κοντά στ’ αφτί μου και με σβηστή, σχεδόν μαγεμένη φωνή, μου λέει:

-Παππού, μήπως είναι ο μικρός… Ιησούς;
Ταράχτηκα. Ήταν ένα απρόοπτο ξάφνιασμα η ερώτησή της.
-Τι λες; Πώς σου ’ρθε αυτό πάλι;
-Παππού, τον έχω ξαναδεί σε φωτογραφίες και εικόνες χριστουγεννιάτικες.
Τον έχω ξαναδεί τον ίδιο στον ύπνο μου. Είναι αυτός σου λέω.

Ο μικρός «Ιησούς» της Ελίνας βλέπει τα παιδιά γύρω που κοιτούν μια το δέντρο και μια εκείνον
σαν να ζητούν απαντήσεις και εξηγήσεις. Εκείνος ήταν σαν να ήξερε. Σήκωσε αργά, σταθερά το χεράκι του,
ξεκρέμασε ένα παιχνίδι και το πρόσφερε στο κοριτσάκι δίπλα του.
Η μικρή, γεμάτη έκπληξη και ευτυχία, πήρε το αναπάντεχο δώρο και το ’σφιξε στην αγκαλιά της.
Ο εφτάχρονος «Ιησούς», στη συνέχεια, με το ίδιο απόκοσμο βλέμμα πήρε απ’ το δέντρο και μοίρασε
όλα τα δώρα στα παιδιά που περίμεναν. Όταν τελείωσε αυτή η τελετουργία, ο μικρός, κοίταξε αρκετή ώρα
την Ελίνα στα μάτια της, που ήδη ήταν δακρυσμένα και γερμένα στο χώμα.
Ύστερα, γύρισε και έφυγε έτσι όπως είχε έρθει, αμίλητος και μόνος.
Έτσι αμίλητα, έφυγαν και οι μικροί επισκέπτες μας με τις μανάδες τους.
Δεν μπορούσα να βρω τα κατάλληλα λόγια να μιλήσω στην εγγονή μου.
Εκείνη έβαλε το χέρι της μέσα στο δικό μου και μου είπε:
-Παππού, κοίταξε, το δεντράκι μας έμεινε σχεδόν γυμνό. Μπορούμε να το ξαναστολίσουμε;
-Ναι, Ελίνα, αύριο κιόλας.
-Νομίζω παππού, σα να μας το ζήτησε ο ίδιος.
-Γι΄ αυτό, αύριο Ελίνα μου, θα ξαναφορτώσουμε το δέντρο μας με καινούργια δώρα.
-Με κάνεις τόσο χαρούμενη και ευτυχισμένη, γιατί ήταν ο ίδιος και ήρθε να μοιράσει τα δώρα του
στα παιδιά όλου του κόσμου.

(15 Οκτωβρίου 2023)

©2024 Ηλίας Μαργιόλας
Αρθρογράφος * Λογοτέχνης

Ηλίας Μαργιόλας

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ - Ο Ηλίας Μαργιόλας γεννήθηκε το 1946 στο Αδάμι Ναυπλίου. Σε ηλικία οκτώ ετών έρχεται στην Αθήνα να παρακολουθήσει την ειδική σχολή Τυφλών ΚΕΑΤ, στην Καλλιθέα. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές, εισάγεται στην Νομική Σχολή Αθηνών το 1966 , και το 1974 ορκίζεται ως δικηγόρος Αθηνών. Αργότερα αποφοίτησε από την Σχολή της Παντείου, τμήμα Πολιτικών Επιστημών, Δημοσιογραφίας, και του ινστιτούτου ιταλικής σχολής Casa d’italia. Το 1969 νυμφεύεται την Σταματίνα Μαγκλή και στη συνέχεια αποκτούν δυο κόρες. Με τη λογοτεχνία άρχισε να ασχολείται σχετικά νωρίς, δημοσιεύοντας κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες. Το 1972 πήρε το δεύτερο βραβείο στον πανελλήνιο διαγωνισμό θεάτρου της Φιλοσοφικής σχολής Ιωαννίνων με το μονόπρακτο “Μια παράξενη δίκη”. Στους πανελλήνιους διαγωνισμούς της ΧΕΝ ΚΗΦΙΣΕΙΑ τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο το 1976, και το δεύτερο το 1978 για τα διηγήματα “Ένα πορτοκάλι για την Αβγιάκα” και το “Ποιος ήταν ο Στάθης Βάβουλας” αντίστοιχα. Παράλληλα το 1977 κυκλοφορεί, με μουσική Κώστα Κοσμίδη, στίχους Ηλία Μαργιόλα και ερμηνεία Αφρούλας Οικονόμου, ο δίσκος ΌΧΙ με δώδεκα πολιτικά τραγούδια, ενώ το 1978 συμμετέχει στον δίσκο “Κυνηγημένα μεσημέρια” με τους ίδιους συντελεστές. Τον ίδιο χρόνο του απονέμεται διάκριση στον ετήσιο διαγωνισμό του Υπ. Πολιτισμού για το θεατρικό έργο “Το κράτος του Μόσχου”. Το 1985 κυκλοφορεί το απάνθισμα των διηγημάτων της δεκαετίας 1975-85 με τίτλο “Το παιδί με την καμπάνα” από τις εκδόσεις Δρυμός. Το 1996 εκδίδεται η ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Δωδώνη, “Αγχέμαχα και Εκηβόλα”. Το 1997 επιβραβεύτηκε για την ενασχόλησή του με την λογοτεχνία και την ποίηση από την Ακαδημία Αθηνών. Το 2006 εκδόθηκε η δεύτερη συλλογή του με τίτλο “Της μικρής Άρκτου” από το ελληνοιταλικό επιμελητήριο. Το βιβλίο εκδόθηκε στην ελληνική και ιταλική γλώσσα. Το 2012 κυκλοφορεί η τρίτη ποιητική του συλλογή “Στο τόξο του Φωτός και της Σιωπής” από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Το βιβλίο μεταφράστηκε και στα αγγλικά και κυκλοφορεί από την Amazon. Το 2023 κυκλοφορεί η τέταρτη ποιητική του συλλογή “Απ’ το λαούτο στο ψαλτήρι” από τις εκδόσεις Άπαρσις. Κατά καιρούς, διάφορα διηγήματα και ποιήματα δημοσιεύτηκαν και σε άλλες γλώσσες όπως βουλγάρικα, ρουμάνικα, κορεάτικα κ.α. Αυτή την εποχή προετοιμάζει την έκδοση μιας νέας ποιητικής συλλογής, καθώς και νέα κείμενα πεζού και θεατρικού λόγου. Η λογοτεχνική πορεία του Ηλία Μαργιόλα είναι ιδιαίτερα σημαντική, με ένα εξαιρετικής ποιότητας έργο, όπως έχουν επισημάνει γνωστοί άνθρωποι των γραμμάτων και του πνεύματος. Πέραν της ενασχόλησής του με την λογοτεχνία, παράλληλα αφιερώθηκε από τα είκοσί του χρόνια στον κοινωνικό συνδικαλισμό, από σημαντικές θέσεις ευθύνης, διατελώντας μεταξύ άλλων επί τριάντα συναπτά έτη πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών.

Αφήστε μια απάντηση