Ερωτικό Instantane
Η Σοφία και ο Λάμπρος πέρασαν μαζί μια ολόκληρη ζωή. Ένα σιωπηλό, σφιχτοδεμένο νήμα ένωσε τις μέρες τους από την εφηβεία, από τις πρώτες αμήχανες συναντήσεις τους ως νέοι, μέχρι τον μεγάλο κοινό τους βίο, γεμάτο όνειρα, γέλια και υπομονή σε κάθε δυσκολία. Ήταν για πάνω από εξήντα χρόνια συνοδοιπόροι, εραστές, φίλοι και στο τέλος, γονείς και παππούδες. Η παρουσία του ενός στη ζωή του άλλου ήταν δεδομένη και όλη τους η αγάπη είχε μεγαλώσει και ριζώσει σαν αιώνιο δέντρο.
Στα 85 τους η άνοια τους χτύπησε σχεδόν συγχρόνως. Το άλλοτε σφικτό τους δέσιμο άρχισε να λιώνει, αργά, αδυσώπητα σαν πάγος.
Οι αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής έγιναν ανάκατες ψηφίδες, που με τον καιρό και αυτές λιγόστευαν.
Τώρα, κάθονται ο ένας απέναντι από τον άλλον, σε ένα δωμάτιο που πέρασαν όλη τους τη ζωή. Στο δωμάτιο αυτό έχουν συσσωρευτεί χιλιάδες αναμνήσεις, που και οι δύο είναι αδύνατο πια να τις θυμηθούν. Ο Λάμπρος κοιτάζει τη Σοφία με ένα προβληματισμό, πασχίζοντας να ανακαλύψει γιατί του είναι γνωστό αυτό το πανέμορφο πρόσωπο. Τα μάτια του ερευνούν, αλλά το αποδιοργανωμένο μυαλό τα προδίδει.
Όσο και αν χαίρεται με την απουσία της, δεν παύει το πρόσωπο να του είναι άγνωστο.
Η Σοφία τον κοιτάζει κι εκείνη και απορεί. Βλέπει έναν ξένο, που χαίρεται όμως που τον έχει απέναντί της. Βλέποντάς αυτόν τον γοητευτικό κύριο, νιώθει να της φεύγει ένα βάρος από την καρδιά της, η θλίψη των γηρατειών μειώνεται και νιώθει μια αγαλλίαση. Νιώθει ότι κάπου κάποτε πρέπει να συναντήθηκαν. Στο δρόμο, σε κάποια συγκέντρωση, στη θάλασσα ή σε κάποιο λεωφορείο.
Πώς γίνεται να είναι δύο άγνωστοι κι όμως να νιώθουν μια αδιόρατη αμοιβαία έλξη;
Και οι δύο καθώς κάθονται απέναντι θέλουν να γνωρισθούν καλύτερα και να πορευθούν μαζί το υπόλοιπο της ζωής τους. Ο Λάμπρος φοβάται την απόρριψη και η Σοφία εάν είναι αντάξια αυτού του υπέροχου άνδρα. Φοβούνται όπως η σκιά που θέλει πολύ να αγκαλιάσει το φως, ξέροντας ότι μετά θα διαλυθεί.
Τελικά ο Λάμπρος τα κατάφερε να ξεπεράσει τους φόβους του. Και μια ημέρα της λέει:
– Κυρία μου, ξέρω πως ίσως ακούγεται παράξενο… αλλά, θα ήθελες να γίνεις γυναίκα μου;
Η Σοφία τον κοιτάζει με έκπληξη.
– Εμένα ζητάς σε γάμο, κύριε;
– Ναι, εσένα… ξέρω ότι ίσως είναι τρελό, αλλά καθώς σε βλέπω, κάτι μέσα μου… κάτι βαθύ, μου λέει πως είσαι η γυναίκα της ζωής μου.
– Δεν ξέρω τι να πω… αλλά νομίζω ότι… ναι, θα ήθελα. Νιώθω κι εγώ ότι σε ξέρω μια ζωή.
Οι δυο τους γελούν, γεμάτοι από μια εφηβική χαρά, σαν να ήταν πάλι νέοι. Όπως τότε στην κανονική τους ζωή. Της πιάνει το χέρι και το φυλάει. Για εκείνη τη στιγμή, είναι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι στον κόσμο.
Το επόμενο πρωί ο Λάμπρος την κοιτάζει πάλι με μια λάμψη στα μάτια.
– Κυρία μου… μπορεί να σου φανεί τρελό, αλλά… παίρνω το θάρρος να σε ρωτήσω. Θα ήθελες να γίνεις γυναίκα μου;
– Μεγάλη μου τιμή και χαρά, κύριε. Νομίζω ότι και κάποιος άλλος με ζήτησε σε γάμο. Όμως εγώ προτιμώ εσένα. Ναι φυσικά και δέχομαι! Θέλω να είμαι η γυναίκα σου. Και αν αυτό είναι τρέλα, τότε αυτή είναι η πιο όμορφη τρέλα.
Οι δυο τους γελούν ξανά, με την ίδια νεανική αθωότητα και χαρά. Της πιάνει το χέρι και το φιλά. Είναι και πάλι δύο ερωτευμένοι έφηβοι. Η ζωή είναι μπροστά τους και τους χαμογελά
Αυτό επαναλαμβάνεται κάθε μέρα. Μέσα στη λήθη, η αγάπη τους, αγνή και διαυγής σαν κρύσταλλο, συνεχίζει να αναβλύζει, να βρίσκει πάντα τον δρόμο της, σαν να είναι προορισμένη να ανθίζει ξανά και ξανά, πέρα από το χρόνο και τη μνήμη.
Κάθε μέρα ανακαλύπτουν ξανά ο ένας τον άλλον, σαν δύο ξένοι που συνοδοιπορούν και στο δρόμο γίνονται φίλοι. Η μνήμη τους έχει χαθεί, όμως η αγάπη τους με έναν παράξενο, σχεδόν μυστηριώδη τρόπο, συνεχίζει να ανθίζει.
Η δύναμη του μυαλού τους εξασθενεί, όμως παραμένει η δύναμη της καρδιάς, η οποία πια τους οδηγεί. Έτσι τους «υποχρεώνει» να ερωτευθούν ξανά και ξανά και ξανά. Κάθε ημέρα ένας καινούργιος έρωτας. Δυνατός, ανανεωμένος, αναλλοίωτος.
Και εάν στην κανονική ζωή ερωτευόμαστε μια φορά, ο Λάμπρος και η Σοφία έχουν την ευτυχία να ερωτεύονται κάθε ημέρα και να νιώθουν ευτυχισμένοι, όπως και την πρώτη φορά.
©️2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
