Ερωτικό Instantane
Ο Μάριος και η Αλίκη γνωρίστηκαν στο Πανεπιστήμιο. Μια τυχαία συνάντηση στο κυλικείο
του Χημείου, ήταν αυτή που καθόρισε το πεπρωμένο τους. Εκείνη τη μέρα η Αλίκη ανέλαβε
να παραγγείλει τους καφέδες της κοριτσό-παρέας της. Το σελφ-σέρβις την υποχρέωσε να
σηκωθεί και να μεταφέρει τα τρία ποτήρια στο τραπέζι τους. Όμως όσο και αν προσπάθησε
δεν μπορούσε να κρατήσει και τα τρία μαζί, μέχρι που ο Μάριος που μόλις παρέλαβε την
δική του παραγγελία, χαμογελαστός προσφέρθηκε να τη βοηθήσει. Πέρα από ευγενικός
ήταν και ωραίο παιδί και έτσι λιγωμένα τα κορίτσια του ζήτησαν να κάτσει μαζί τους
μέχρι να τελειώσει το διάλειμμα και να ξαναγυρίσουν στα εργαστήρια.
Έτσι ξεκίνησε ένας μεγάλος έρωτας. Τα επόμενα δύο χρόνια ήταν αχώριστοι. Σχεδόν έγιναν
συγκάτοικοι. Έκαναν σχέδια για τη μετέπειτα ζωή τους. Θα πήγαινε ο Μάριος στον στρατό
και μόλις κατάφερνε να βρει δουλειά, θα ανακοίνωναν στους γονείς τους την απόφαση να
κάνουν τη δική τους οικογένεια.
Και έτσι θα γίνονταν, εάν η μοίρα δεν τους έπαιζε το χειρότερο της παιχνίδι.
Δύο μήνες πριν απολυθεί ο Μάριος, η Αλίκη διαγνώσθηκε με οξεία λευχαιμία.
Ένας κεραυνός για την οικογένειά της και το μοναχοπαίδι τους
και ένας σεισμός για τον Μάριο στον Έβρο, από όπου ούτε τηλέφωνο καλά καλά μπορούσε να την πάρει.
Αμέσως μπήκε στις χημειοθεραπείες, περιμένοντας παράλληλα συμβατό δότη για μεταμόσχευση.
Αντιμετώπισε με στωικότητα το αίσθημα αδυναμίας, την κόπωση και τη ναυτία
που ακολουθούσε τη θεραπεία, όμως εκείνο που δεν άντεχε ήταν η πτώση των μαλλιών της.
Πώς θα αντιδρούσε ο Μάριος, όταν έβλεπε το γυμνό κεφάλι;
Το βασανιστήριο της απόρριψης, ήταν πιο αβάστακτο από τις παρενέργειες της θεραπείας.
Έκλαιγε κρυφά να μην τη δουν οι γονείς της, που ούτως ή άλλως διαλυθήκαν από την τραγωδία τους.
Μπροστά τους έδειχνε δυνατή και αισιόδοξη και αντί να παίρνει, τους έδινε παρηγοριά.
Για να τους απαλύνει τον πόνο τους μίλησε για τον Μάριο και τα κοινά όνειρά τους.
Τον έντυσε με τα ωραιότερα χρώματα και πριν το γνωρίσουν, τον θεωρούσαν ήδη παιδί τους.
Το υπόλοιπο δράμα το ζούσε ο Μάριος. Μακριά από την αγαπημένη του, χωρίς πολλά νέα.
Στα σύνορα υπήρχε μια ακόμη δύσκολη περίοδο με τους γείτονές μας και είχαν ανακληθεί
όλες οι άδειες. Καταλάβαινε ότι η Αλίκη δεν του έλεγε όλη την αλήθεια και ότι η κατάσταση
της υγείας της είναι πολύ σοβαρότερη, από αυτήν που δήθεν ξέγνοιαστα του περιέγραφε.
Ρώτησε και τον γιατρό στο τάγμα του και έμαθε για την αρρώστια.
Σκέφτηκε πολλές φορές να το σκάσει, όμως δεν ήταν του χαρακτήρα του. Το μόνο που του έμεινε
ήταν να σπάει τα δόντια μιας χτένας, για να μετρά αντίστροφα τις μέρες μέχρι το τέλος της θητείας του.
Δυο μέρες πριν την απόλυση η Αλίκη έφυγε ήσυχα μέσα στον ύπνο της. Συνέβη αυτό που στο τέλος το ευχότανε,
γιατί την στοίχειωνε να την δει ο αγαπημένος της, άρρωστη, χλωμή, αδύναμη και χωρίς μαλλιά.
Είχε ετοιμάσει και ένα γράμμα στην περίπτωση που δεν τα κατάφερνε.
Παρακάλεσε τη μάνα της να το φυλάξει και να του το δώσει, αν ο μη γένοιτο…… Ο διοικητής έδωσε του Μάριου
το απολυτήριο μια μέρα νωρίτερα, για να προλάβει την κηδεία. Διαλυμένος έφθασε λίγη ώρα πριν την εξόδιο ακολουθία.
Στην εκκλησία άνοιξαν το φέρετρο και την είδε για πρώτη φορά μετά από μήνες.
Ίσα που φαίνονταν το πρόσωπό της μέσα από τα λουλούδια. Θεέ μου πόσο γαλήνια και όμορφη
ήτανε μέσα στο λευκό της νυφικό. Έδειχνε ευτυχισμένη, σχεδόν χαμογελούσε.
Αυτός αντίθετα ήταν χαμένος. Αρνιότανε να δεχθεί ως αλήθεια αυτό που έβλεπε μπροστά του.
Οι γονείς της του ζήτησαν να κάτσει δίπλα τους, μαζί με τους υπόλοιπους στενούς συγγενείς.
Λίγο πριν την ταφή άρχισε να χιονίζει.
Μετά την κηδεία και τη δεξίωση οι χαροκαμένοι γονείς δεν τον άφησαν να φύγει, με δικαιολογία
ότι ήταν αργά και χιόνιζε. Στην πραγματικότητα έτρεμαν να γυρίσουν μόνοι στο άδειο σπίτι.
Μην έχοντας και πολλά δωμάτια, έστρωσαν το κρεβάτι της Αλίκης για να κοιμηθεί.
Μόλις βρέθηκε μόνος ανάμεσα στα πράγματα της αγαπημένης του, ξέσπασε σε ένα βουβό κλάμα.
Διάβασε το γράμμα που του άφησε.
«Δεν θα σε αφήσω χαζέ μόνο σου.
Όσο με σκέφτεσαι θα είμαι μαζί σου. Γι αυτό κοίταξε να φτιάξεις τη ζωή σου.
Δεν μπορώ συνέχεια να σε νοιάζομαι».
Η κούραση του ταξιδιού, ο πόνος της κηδείας και το βουβό
κλάμα τον έριξαν σε βαθύ ύπνο, αγκαλιά με το μουσκεμένο από τα δάκρυα αρκούδο της.
-Ξύπνα υπναρά. Σήκω! Τόσο καιρό σε περιμένω να γυρίσεις και εσύ κοιμάσαι;
Η παιχνιδιάρικη φωνή της και το γέλιο της τον ξύπνησαν.
Την είδε να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού και παρά το ότι δεν τον άγγιζε, ένιωθε να του
χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά, όπως της άρεσε πάντα να του κάνει. Ήταν ντυμένη με το
νυφικό. Ακόμη ομορφότερη στο μισοσκόταδο!!!
Προσπάθησε να την αγκαλιάσει, όμως αυτή του ξέφυγε γελώντας.
-Α! όχι αγκαλιές. Έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε και η νύχτα είναι σύντομη.
Θέλω να θυμηθούμε τα όνειρά μας, τώρα που επέστρεψες.
Και έτσι αυτή μιλούσε και αυτός μαγεμένος άκουγε. Όπως γίνονταν πάντα.
Χείμαρρος ο λόγος της ακόμη και μετά το φευγιό της. Χαρούμενη η φωνή της, τραγουδιστή σαν
μελωδία. Προσπάθησε μόνο μια φορά να την διακόψει για να της πει πόσο την αγαπά, μα η
φωνή δεν έβγαινε. Προσπάθησε να τη χαϊδέψει, μα μήτε τα χέρια τον υπάκουαν.
-Ω! πέρασε η ώρα είπε κάποτε η Αλίκη. Ξημερώνει. Είναι ώρα να φύγω καλέ μου.
Ούτε που το σκέφτηκε να την αφήσει να φύγει μόνη της μεσ’ στο σκοτάδι. Έτρεξε ξοπίσω
της μέσα στην παγωνιά. Την ακολούθησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Την έβλεπε να πετά
ανάμεσα στις χιονονιφάδες, μέχρι που έγινε και η ίδια νιφάδα που την παρέσερνε ο
άνεμος. Στο τέλος έγινε ένα μόριο του χιονιού που σκέπαζε το μνήμα της.
Το πρωί η μητέρα της Αλίκης πήγε να της ανάψει το καντήλι.
-Τι κάνεις παιδί μου γυμνός μέσα στα χιόνια;
Εκείνος δεν της απάντησε. Ξυλιασμένος από το κρύο, σκεπασμένος από το χιόνι βοηθούσε
την Αλίκη στο κυλικείο του Χημείου να κουβαλήσει τους καφέδες στην κοριτσοπαρέα της.
Έτσι ξεκίνησε ένας μεγάλος έρωτας σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε μιαν άλλη ζωή.
