Διήγημα
Μέρος 5ο .
Αν ο λόγος και η εντιμότητα είχαν πρόσωπο τότε αυτό σίγουρα θα ήταν της κυρίας Διακάκη. Παρότι τα φαινόμενα μπορεί να απατούν – ή και όχι – αφιέρωσε όλο το απόγευμα στην μικρή Πολύμνια συζητώντας και ανακαλύπτοντας μαζί της. Της ζήτησε να πάρει μαζί ένα αντικείμενο που αγαπούσε πολύ και εκείνη επέλεξε ένα ξύλινο αλογάκι που το έσφιγγε συνέχεια επάνω στο στήθος της.
Όταν το σκοτάδι έπεσε, η υγρασία άρχισε να στάζει από τα φύλλα των δέντρων και φώλιασε ανάμεσα στα χορτάρια και τα πέταλα των λιγοστών λουλουδιών που φύτρωναν διάσπαρτα. Ο ενοικιαστής του καταλύματος άναψε φωτιά και οι δύο φίλες κάθισαν μπροστά στο τζάκι.
-Πες μου Πολύμνια είπε μέσα από την γυαλάδα των ματιών της
-Ήρθε ξανά…
Η Πολύμνια χάραξε μια διαδρομή με το ξύλινο αλογάκι πάνω στο τραπέζι που της χώριζε.
-Ήρθε ξανά αυτός; είπε πάλι η κυρία Διακάκη με ένα κρυφό βλέμμα αγωνίας. Περίμενε να λάβει κάποια απάντηση, ανταυτού όμως αφουγκράστηκε τον ήχο από το σιδερένιο δίσκο της καμαριέρας. Ήταν μια γυναίκα αρκετά αλλοπρόσαλλή και όπως οι περισσότερες άφηνε το πέρασμα της σε σπίτια και έπαιρνε μαζί της τα μυστικά των οικογενειών. Σέρβιρε το τσάι και τα λίγα μπισκότα που είχε ζητήσει η κυρία Διακάκη. Έπειτα πέρασε ελαφρά πίσω από την καρέκλα της και σαν να ήταν ο διάβολος που τους πάντες σκανδαλίζει, έσκυψε ύπουλα στο αυτί της κοπέλας και ψιθύρισε ειρωνικά.
-Η κυρία Ιατρίδη θέλει πολύ να διαζεύξει τον δικηγόρο μας. Δεν θα μπορέσει όμως… Γιατί; Γιατί είναι άπορη .
Έπειτα, σαν να μην έδειχνε την παραμικρή συμπόνια για το αθώο πλάσμα, άφησε ένα ειρωνικό γέλιο να βγει από τα χείλη της και έφυγε , αφήνοντας την Διακάκη να κρύβει το σοκ σε ένα βλέμμα αξιοπρέπειας. Κοίταξε το παιδί που έμοιαζε να ζει καταδικασμένο σε αυτές τις περιστάσεις.
Παρόλα αυτά το βράδυ κύλησε ήρεμα και ο άλλος δεν εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Όσο για τον Ιατρίδη , φάνηκε να αρκέστηκε σε μια σιωπηλή ανακωχή και εν ώρα κοινής ησυχίας σουλάτσαρε στη βεράντα σφυρίζοντας και καπνίζοντας τα αρωματικά του πούρα .
Το πρωί στεκόταν καρτερικά στη μικρή ξύλινη σκάλα που σύνδεε το εστιατόριο με τους πάνω ορόφους. Ο Στεφάνου δεν είχε εμφανιστεί ακόμα στο διάδρομο του πρώτου ορόφου. Ίσως να βγήκε από το οίκημα κάποια στιγμή αόρατος και πιθανόν να τον περίμενε άδικα . Τελικά τον βρήκε να σεργιανίζει έξω από το χτίριο της εγκαταλειμμένης Ελαφίνας. Έφτασε δίπλα του χοροπηδώντας και τον πρόλαβε λίγο πριν ξεμακρύνει προς τις Ιταλικές οπλαποθήκες .Πετάχτηκε μπροστά του σαν λαγός και η παρόρμηση του αυτή τον ξάφνιασε.
-Καλημέρα σας κύριε Στεφάνου. Αυτή μοιάζει να είναι καλύτερη από τις άλλες.
Ο αστυνόμος τον κοίταξε χωρίς ανταπόκριση . Φαινόταν πασίχαρος παρά τα γεγονότα.
-Κύριε Στεφάνου. Υπήρξα σκληρός. Φέρθηκα με απρέπεια στη γυναίκα μου. Σκέφτηκα να επισκεφτώ τα διπλανά χωριά . Θα της αγοράσω σοκολάτες. Από αυτές που της αρέσουν ! Αν χρειαστεί θα πάω πιο μακριά.
Ο εγωισμός και όλα τα χρόνια σκληρότητας χάθηκαν μέσα σε λίγα δεύτερα . Ένας παιδικός ενθουσιασμός τα αντικατέστησε τόσο απλά και ανεξήγητα. Ο Στεφάνου απορούσε βαθιά στο υποσυνείδητο του. Το έκρυψε όμως, πιστεύοντας ότι υπάρχει μεταμέλεια.
Την μέρα εκείνη, όλα μοιάζανε ηλιοφώτιστα και παραμυθένια. Η κυρία Διακάκη έκανε έναν μακρινό περίπατο προς τη βίλα Ντε Βέτσι και μαζί με την κυρία Ιατρίδη έβαλαν την Πολύμνια να σταθεί ανάμεσα τους και την σήκωναν στον αέρα . Ελαφριά σαν πούπουλο ήταν και λικνιζόταν σαν σπουργίτη πάνω στο κλαδί.
-Θα μείνουμε άλλες δυο μέρες είπε η κυρία Ιατρίδη και το ψυχρό της φάντασμα έμοιαζε να έπαιρνε σάρκα και χρώμα
-Ίσως όταν γυρίσουμε, η ζωή να μην είναι ίδια.
Η κυρία Διακάκη την κοίταξε με την άκρη του ματιού της αλλά δεν μίλησε.
Η κυρία Ιατρίδη όμως, ήταν πιο ομιλητική από όσο ήταν σε όλη της τη ζωή.
-Αλήθεια, όμως… είπε πάλι
-Γιατί δεν ήρθε ο σύζυγος σας μαζί μας; Θέλω να πω … συγχωρείστε με δηλαδή. Δύο νεόνυμφοι.
Η κυρία Διακάκη την καθησύχασε μ΄ένα νεύμα.
-Κατάλαβα τι εννοείτε. Ωστόσο κάποιες φορές θέλει κανείς να μένει μόνος.
-Πιστεύω ότι με τον αστυνόμο θα έφτιαχναν μια ξεχωριστή παρέα.
-Λέτε;
-Φυσικά. Αυτός θα του μιλάει για τις παλιές του υποθέσεις …
-Και ο άντρας μου θα τον ζαλίζει για την διαπαιδαγώγηση στα σχολεία …
Γέλασε η Διακάκη.
-Χέηηηη Χοπ!
Είπαν και οι δύο μαζί τινάζοντας ψιλά την Πολύμνια .
_
Ήρθε το απόγευμα. Ο νεαρός Διακάκης σχεδόν αποκοιμήθηκε πάνω στην καρέκλα του καθιστικού. Η εφημερίδα κρεμόταν ανοιγμένη στα γόνατα του και σχεδόν άγγιζε το πάτωμα. Το εκκρεμές θορυβούσε εκκωφαντικά μέσα στην ησυχία. Ο χώρος μύριζε σάψιχο και φασκόμηλο που ζεμάτιζαν στο νερό της τσαγέρας. Και όλη αυτή την ησυχία, ήρθε να ταράξει μια ξένη αύρα. Ο Διακάκης ξύπνησε στη θέα δυο μεγάλων καταπράσινων ματιών. Τινάχτηκε από τη θέση του έντρομος.
-Λυπάμαι που διακόπτω τον ύπνο σας, αλλά νομίζω ότι μπορείτε να με βοηθήσετε.
Ο Διακάκης ανακάθισε και θολωμένος ακόμα από τον ύπνο ρώτησε τον ψιλόλιγνο άντρα τι ήθελε. Ποιος ήταν τέλος πάντων;
Όμως εκείνος έριξε ένα βλέμμα τριγύρω και σταμάτησε στο μπαρ του καθιστικού. Από εκεί ο ενοικιαστής τον παρακολουθούσε με περίσσια περιέργεια. Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν επίμονα. Ύστερα ο παράξενος επισκέπτης με ένα τυπικό χαμόγελο είπε στον νεαρό Διακάκη ότι ψάχνει τον κύριο Στεφάνου. Ο Διακάκης τον βεβαίωσε ότι ο κύριος Στεφάνου επισκέφτηκε τις οπλαποθήκες και ότι δεν είχε γυρίσει ακόμη. Ύστερα τον ρώτησε πάλι ποιος στο καλό ήτανε. Προτού πάρει απάντηση όμως, ο Στεφάνου εμφανίστηκε στην πόρτα της βεράντας.
-Γιώργο. Είδα τον αριθμό αυτοκίνητου.
Οι δύο άντρες ήρθαν κοντά και χαιρετήθηκαν με μία χειραψία.
-Συναντιόμαστε πάλι αστυνόμε. Αυτή τη φορά εντός δουλειάς.
Ο επισκέπτης παρότρυνε τον Στεφάνου να τον ακολουθήσει. Ο ιδιοκτήτης μαζί με το Διακάκη αποτραβήχτηκαν στον πόρτα της βεράντας και είδαν τον Στεφάνου να μπαίνει στο αυτοκίνητο του ξένου. Είναι σχεδόν άγνωστο το τι είπαν μεταξύ τους στο δρόμο , ώσπου το αυτοκίνητο σταμάτησε στο περίχωρα της Ελεούσας . Εκεί υπήρχε ένα παλιό σιντριβάνι όπου λούζονταν οι στρατιώτες για να αποφύγουν τη φυματίωση. Δυο περιπολικά βρίσκονταν αραγμένα και η αστυνομία προσπαθούσε να απομακρύνει τα σμήνος τον ανθρώπων που μαζεύτηκαν.
-Είσαι σίγουρος ότι αντέχεις να το δεις;
Είπε ο Γιώργος γνωρίζοντας την κατάσταση του Στεφάνου. Εκείνος μετά από ελάχιστη σκέψη αποκρίθηκε πως ναι. Ο Γιώργος τον τράβηξε μαζί του με πολλές επιφυλάξεις. Πέρασαν την κίτρινη κορδέλα και βρέθηκαν μπροστά σε ένα μεγάλο όγκο που κάλυπτε ένα άσπρο σκέπασμα. Ο Στεφάνου έριξε μια ματιά στα κόκκινα ψάρια που κολυμπούσαν ανάστατα στο σιντριβάνι . Ήταν ασύλληπτο το πόσο βαθύ ήταν. Κινούνταν ανάστατα. Σαν κάτι να τα τράβηξε σε ένα σημείο.
Τότε ο Γιώργος Βρήκε την ευκαιρία και με ένα χοντρό γάντι αποκάλυψε αυτό που έκρυβε το σκέπασμα.
-Τον γνωρίζεις;
Ο Στεφάνου αιφνιδιάστηκε, κατάφερε όμως να ηρεμήσει τους παλμούς της καρδιάς του.
Ο Ιατρίδης….
©️2024 Μαρία Μίγκλη
Αρθρογράφος * Συγγραφέας

υπέροχο!