Αφήγημα
Παρά το ότι είναι απόγευμα ο ήλιος ακόμη καιει. Το φανάρι στον περιφερειακό έχει ανάψει κόκκινο.
Το κομβόι των αυτοκινήτων σταματά και περιμένει.
Το παιδί των φαναριών που ξαπόσταινε το δεκάχρονο κορμί του στη μεταλλική διαχωριστική μπάρα, κινείται προς το πρώτο αυτοκίνητο.
Πίσω του έχει αφήσει μια πλαστική λεκάνη με νερό, από αυτά που χρησιμοποιούν για να καθαρίζουν τα τζάμια Απλώνει κουρασμένα το χέρι.
Η έκφραση σοβαρή και καρτερική.
Εγώ με τον κλιματισμό να λειτουργεί χαμηλά, κάνω υπολογισμούς αν θα με προλάβει το παιδί, πριν ανάψει το πράσινο. Δεν έχω καμιά όρεξη να ανοίξω το παράθυρο και να αφήσω να διαταραχθεί η δροσερή ατμόσφαιρα του αυτοκινήτου μου, ούτε θέλω να ξοδέψω κάποιο από τα κέρματα που με τόση υπομονή συγκεντρώνω ώστε να μπορώ να προμηθεύομαι κρύα αναψυκτικά από τον κερματοδέκτη του γραφείου μας.
Ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου, γνέφει αρνητικά. Το παιδί δεν επιμένει. Είναι βέβαιο ότι γνωρίζει καλά τους κανόνες του παιχνιδιού και δεν θέλει άσκοπες καθυστερήσεις. Το κόκκινο διαρκεί μόνο 30’’. Πηγαίνει στο δεύτερο αυτοκίνητο. Ο οδηγός μιλά με τη συνοδηγό του. Είναι απορροφημένος. Κοιτά στιγμιαία προς το παιδί και ξαναστρέφεται στη συνομιλήτριά του. Το πλάσμα με το απλωμένο χέρι είναι ανύπαρκτο. Εξαϋλωμένη φιγούρα, λιγότερο ενοχλητική από μια μύγα. Αρκεί να μην την κοιτάξεις και θα εξαφανισθεί.
Τώρα πλησιάζει το τρίτο αυτοκίνητο. Εγώ είμαι αμέσως μετά. Απλώνω το χέρι μου και πιάνω το μικρότερο διαθέσιμο νόμισμα, ένα εικοσάλεπτο. Η καρδιά μου δεν μου αφήνει να προσπελάσω εύκολα αυτόν τον ενοχλητικό μικρό. Με ένα εικοσάλεπτο καθαρίζω με αυτήν. Το μυαλό μου όμως, αθροίζει τα εικοσάλεπτα, που πρέπει να δίνω κάθε μέρα στα διάφορα φανάρια. Προσπαθεί να με πείσει να αφήσω κάτω το κέρμα.
«Κάτι ανόητοι σαν και σένα κρατάνε αυτά τα παιδιά στους δρόμους. Ποιος ξέρει ποιος μαφιόζος θα τα εκμεταλλεύεται. Δεν το βλέπεις σε κοροϊδεύει. Να άρχισε και να κουτσαίνει!! Δεν έχεις παρά να κάνεις, ότι κάνουν όλοι οι άλλοι. Κοίτα αλλού. Ούτε τα μάτια του θα δεις. Σιγά το πράγμα. Να έδινε τουλάχιστον κανένα πακέτο χαρτομάνδηλα».
Η οδηγός του τρίτου αυτοκινήτου, κάτι ψάχνει σε μια τσάντα. Στα μάτια του παιδιού διακρίνω μια σπίθα, απελπισμένης αναμονής. Το βλέμμα του τζογαδόρου που περιμένει να του σταθούν τα φρουτάκια. Το χέρι επιτέλους βγαίνει. Η κυρία κρατά ένα κουτί Marlboro. Παίρνει από μέσα ένα τσιγάρο και το ανάβει. Καμιά σημασία στο απλωμένο χέρι. Τραβά μια ρουφηξιά. Στεναχωριέμαι. Βλέπω την απελπισία. Η καρδιά μου παίρνει το πάνω χέρι. “Θέλει πολύ να γίνει κανένας πόλεμος και να δεις τα παιδιά σου να ζητιανεύουν σε κάποια Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα; Θυμήσου πόσο σε τάραξε εκείνη η γελοιογραφία με το ορφανό που κοιτά στον ουρανό και φωνάζει” Θεέ μου γιατί δεν με έκανες Careta-careta να νοιαζότανε κάποιος και για μένα!!” Πιάνω το εικοσάλεπτο. Τα μυαλό μου ελπίζει να φανώ πάλι λογικός. Εύχομαι να ανάψει πράσινο για να γλιτώσω από την ενόχληση. Το παιδί κοιτά προς τα μένα. Στρέφω αλλού το βλέμμα για να μην του δώσω ελπίδα. Έχω και πάλι τη συνείδησή μου ήσυχη. Ας κάνει τον κόπο να έλθει. Αναμετρά την απόσταση που έχει να διανύσει. Εγώ κρατώ κρυμμένο το χέρι με το κέρμα.
Το παιδί επιστρέφει στη βάση του φαναριού, ετοιμάζοντας τη νέα εξόρμηση. Αφήνω με ανακούφιση το κέρμα για δεύτερη φορά κάτω. Τώρα δεν με νοιάζει και πολύ πότε θα ανάψει πράσινο. Αρκεί που η καρδιά και το μυαλό ησύχασαν Και το εικοσάλεπτο στην τσέπη και η συνείδηση ήσυχη.
Σε λίγο περνώ από μπροστά του. Το κορμί ακουμπισμένο και πάλι στο διαχωριστικό του δρόμου και τα ποδαράκια του μέσα στη λεκάνη με το νερό. Το βλέμμα μου συναντιέται στιγμιαία με το δικό του. Είμαι βέβαιος ότι ο εξαϋλωμένος τώρα είμαι εγώ. Ούτε που με είδε. Το νερό που ανακουφίζει τις καψαλισμένες από την καυτή άσφαλτο πατούσες του είναι όλος του ο κόσμος.
Τώρα εμείς παρελαύνουμε την ντροπή μας μπροστά από τον πιτσιρίκο. Ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου, προσπαθεί να βρει το πορτοφόλι του, αλλά δεν προλαβαίνει, ο κύριος του δεύτερου αυτοκινήτου σταματά να συζητά, η κυρία του τρίτου σβήνει νευρικά το τσιγάρο της και εγώ συνεχίζω το δρόμο μου ελπίζοντας σύντομα να ξεχάσω το πράσινο δοχείο και τα καψαλισμένα πόδια.
Ελπίζω μόνο να βοηθήσει και το μυαλό σε αυτό…..
©️2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

μπράβο πολύ ωραιο!