Ποίημα
Στο μουράγιο της καρδιάς μου,
όλη μέρα καρτερώ
τις πληγές μου να ξεπλύνω,
στης αλμύρας τον αφρό.
Στο σκαρί της ευτυχίας,
βρίσκω πόρτα σφαλιστή
με το φύσημα του μπάτη,
πιάνομαι στην κουπαστή.
Κάθε βράδυ δραπετεύω
με το πλοίο της γραμμής
που με πάει και μ’ αφήνει,
στα μισά της διαδρομής.
Στον βυθό των Νηρηίδων,
μένει ο πόνος μου κρυφός,
άπλετο για το ταξίδι,
μου χαρίζουνε το φως.
Το νησί των χρυσανθέμων
μεσοπέλαγα θωρώ
τα μικρά θαλασσοπούλια,
στον θεσπέσιο χορό.
Θ’ αγκυροβολήσω
πάνω στην ευωδιασμένη γη
και θα βγω να ξεδιψάσω
στην κρυστάλλινη πηγή.
Μα φοβάμαι, πως φοβάμαι,
το μουράγιο ζοφερό
τα κοράκια στοιχειωμένα,
έχουν ράμφος κοφτερό.
Με ματώνουν κι όλο κράζουν,
με σπαρακτική φωνή
πως ναυάγησε το πλοίο
και δε θα ξαναφανεί.
©2024 ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
Αρθρογράφος – Ποιητής

Όμορφες εικόνες, όμορφα δοσμένες.