Διήγηση
Απόσπασμα από το βιβλίο Πολιτεία
Η Μάρθα κοίταξε τη φωτογραφία της, όπως την κοίταζε χρόνια τώρα και παράβλεπε τις ρυτίδες που αυξάνονταν μέσα στον καθρέφτη.
Σ΄αυτόν με την ξύλινη κορνίζα. Τον είχε κρεμάσει παραδίπλα, καθρεφτιζόταν κάθε πρωί και καλημέριζε… τη φωτογραφία της,
με τα κοτσιδάκια, τα στρογγυλά μάγουλα και την μαθητική ποδιά.
Κι αυτό γινόταν κάθε πρωί, για χρόνια, που η Μάρθα θα ήθελε πολύ να τα αναποδογύριζε και να έχτιζε τον κόσμο της από την αρχή.
Μα, ήταν οι μέρες που περνούσαν γρήγορα…οι χειμώνες, τα καλοκαίρια… και η Μάρθα είχε ξεχάσει τον χρόνο.
Τον ξαναθυμόταν όμως κάθε Φθινόπωρο, με τις πρώτες βροχές. Τότε μύριζε η γη, άνθιζαν τα χρυσάνθεμα
και η Μάρθα κοίταζε τον ουρανό για να δει τα χελιδόνια. Μα εκείνα είχαν φύγει από καιρό.
Ε, τότε αποφάσιζε ότι θα τα αλλάξει όλα από την αρχή! Όλα, αν κάποτε ξαναγύριζε σε τούτη τη Γη.
Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν έπεσε εκείνος ο κεραυνός. Θα ήταν πολύ κοντά, γιατί τραντάχτηκε όλο το σπίτι από τα θεμέλια.
Έξω δυνάμωνε η βροχή. Ξέσπασε καταιγίδα. Οι δρόμοι έκλεισαν για μέρες πολλές.
Και τότε η Μάρθα κάθισε και λογάριασε, πολύ προσεχτικά, τον χρόνο και τη ζωή της μαζί του.
Θυμήθηκε τα Χριστούγεννα, που πλησίαζαν. Την περσινή Άνοιξη με την παγωνιά.
Τον χαλασμένο φράχτη στο κάτω χωράφι και το ποτάμι, που το χειμώνα κατέβαζε νερό, πολύ νερό.
Κι αποφάσισε να αγοράσει το κτήμα με τις μεγάλες λεύκες στις άκρες του. Να το φυτέψει με φράουλες και μανταρινιές.
Ύστερα να μπολιάσει τις κερασιές, που τις είχε παραμελήσει. Και τέλος…
πολύ χάρηκε που σταμάτησε κάποτε το Γυμνάσιο και με τα χρόνια κατέληξε γεωργός.
Ήταν καλή γεωργός. Ε, δηλαδή, θα γινόταν καλή! Θα έβαζε τα δυνατά της, αφού τώρα ήξερε επιτέλους, ότι αγαπούσε αυτή τη γη.
Η Μάρθα κοίταξε τη φωτογραφία της με τη μαθητική ποδιά ακόμα μία φορά και πριν τη βάλει στο μπαούλο με τα ενθύμια της είπε:
” Αχ, βρε μάτια μου, και πόσα έχω να κάνω ακόμα! Αχ, και πόσα ακόμα μπορώ!”
©️2024 Μαίρη Μάκρα
Αρθρογράφος – Εκπαιδευτικός Ψυχολογίας – Συγγραφέας
