Ποίημα
Φύλαξα βαθειά,
στο συρτάρι της ψυχής,
όνειρα και αισθήματα,
μιάς αλλοτινής ζωής…
Τα νότισα με δάκρυα,
πριχού να τα φυλάξω…
τα διάβασα στοχαστικά,
δεν θέλω να πετάξω…
Πίστεψα πώς έτσι νοτισμένα,
θα λιώσουν ,θα χαθούν,
μές’το πυθμένα της ψυχής,
χωρίς να διαμαρτυρηθούν…
Πίστεψα πώς εκεί θα ξεχαστούν…
μέσ’ τη φθορά του χρόνου,
αναλλοίωτα κι ανέγγιχτα ,
απ’ τη πληγή του πόνου…
Μα τα δάκρυα ήταν αλμυρά,
κι όπου άγγιξαν έχουν πετρώσει,
μα πιότερο βάρυναν….
δύσκολα η ψυχή να τα σηκώσει…
Ακούω τα κτυπήματα,
κάθε που βραδιάζει,
κι ό ήχος τους βαρύγδουπος,
κάθε τόσο ξαφνιάζει….
Βγαίνουν σεργιάνι ακάλεστα,
μέσ’ το πυκνό σκοτάδι,
τον ύπνο ξεσηκώνουνε,
με ένα τους σημάδι…
Θαρρούν δεν βλέπω και μιλούν,
μιλούν για περασμένα,
στ’ αυτιά μου φθάνει η φωνή,
τ’ ακούω παραπονεμένα…
Διψούν κι αυτά το φώς,
του κόσμου τη μαγεία,
κουράστηκαν μέσα βαθειά,
τα πιάνει απελπισία.
Αντίλογο δεν βρίσκουνε,
συζήτηση καμία,
μέσ’ τη κρυψώνα τους γυρνούν,
για νάχουν ηρεμία.
©2024 Αντρούλλα Θεοκλή Νικηφόρου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

Υπεροχο
Πάρα πολύ όμορφο
Εξαιρετικό