Αφήγημα
“Πλήρης ημερών”
Κάθε πρωί πριν ξημερώσει βγάζω βόλτα τον σκυλάκο μας στη γειτονιά. Αυτή η ώρα έχει κάτι ιδιαίτερο που μου αρέσει. Η ησυχία απλώνεται λαίμαργα στα σοκάκια, ενώ όλοι κοιμούνται. Η πόλη ανασαίνει αργά, δονείται θαρρείς, σε χαμηλούς παλμούς και σε μια ήρεμη συχνότητα. Τόσο ήρεμη που μπορείς να δεις λεπτομέρειες που δεν βλέπεις αργότερα, τις ώρες αιχμής και έντονης δραστηριότητας.
Τέτοιες ώρες, για αρκετά χρόνια, πάντα μου έκανε εντύπωση η κυρά Μαριώ.
Μια καλή γιαγιάκα, με ένα πρόσωπο σταφιδωμένο, που παρά τις χαραγματιές της ηλικίας, ήταν πάντοτε χαμογελαστό. Η κυρά Μαριώ τέτοια ώρα καθόταν πάντα στο μπαλκονάκι της, του ημισόγειου, αγναντεύοντας το ντουβάρι της απέναντι πολυκατοικίας.
“Καλημέρα κυρά Μαριώ!”
“Καλημέρα παιδί μου, την ευχή μου.”
|Ύπνος δε τη πιάνει τη γιαγιά σκεπτόμουν|
και συνέχιζα την βόλτα.
Σήμερα το πρωί έλειπε από το πόστο της και η αλήθεια είναι πως μου κακοφάνηκε.
Καθώς επιστρέφαμε, εγώ και ο “Σίμπα”, το φως από την κολώνα της ΔΕΗ, δίπλα στην είσοδο, τρεμόπαιξε ελαφρώς, τόσο όσο να τραβήξει την προσοχή μου. Γύρισα το βλέμμα και είδα το κηδειόχαρτο.
“Κηδεύουμε σήμερα
την αγαπημένη μας
Μαρία Τάδε (κυρά Μαριώ)
Πλήρης ημερών
Τα παιδιά
Τα εγγόνια
Τα δισέγγονα και λοιποί συγγενείς”
Σοκαρίστηκα όσο δεν θα έπρεπε. Πάει η κυρά Μαριώ. Κρίμα, σκέφτηκα, δε πρόλαβα να την αποχαιρετήσω. Αλλά πόσον ετών ήταν; Δεν το έγραφε. Έγραφε μονάχα “Πλήρης ημερών”. Άραγε, σκέφτηκα, δε γνώριζαν ή δε τη θεώρησαν σημαντική πληροφορία;
Είναι δυνατόν παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, κανείς να μη γνωρίζει; Ο “Σίμπα” με ένα ψευτοκλαψούρισμα με επανέφερε στη πεζή πραγματικότητα, έπρεπε να βιαστώ, περνούσε η ώρα και είχα να ετοιμαστώ για τη δουλειά. Έφυγα γρήγορα λοιπόν, αλλά εκεί, μπροστά στη κολώνα, κάτι από μένα έμεινε να σκέπτεται και να ζυγίζει. Κάτι που όλη μέρα μου έστελνε εικόνες σκέψης και χάδια συναισθημάτων.
“Πλήρης ημερών”, τελικά τι σημαίνει αυτή η έκφραση;
Προφανώς οτι ξεπεράστηκε το προσδόκιμο ζωής. Ίσως να υποβόσκει και μια ανακούφιση, πως εντάξει, αυτή τα έζησε τα χρόνια της. Γιατί όμως από την άλλη να γράφουμε την ηλικία στο προσκλητήριο της κηδείας; Θα μου πεις και αυτό για να μετριάζει τον πόνο επίσης. Η αίσθηση της λογικής, της λογικής πως, εντάξει, να δες, έζησε αρκετά χρόνια ο εκλιπών, τη χόρτασε τη ζωή. Μα αλήθεια χορταίνεται η ζωή;
“Μετριάζει τον πόνο”, πόσο ψέμα.. Ο πόνος δε μετριάζεται. Ο πόνος υπάρχει και εγκαθίσταται στο μπαλκονάκι της καρδιάς, εκεί να στέκει μέρα νύχτα, σα τη κυρά Μαριώ, να κοιτά το απέναντι ντουβάρι. Μόνιμα. Απλά να, σιγά σιγά μαθαίνεις να ζεις μαζί του. Τον αποδέχεσαι και γίνεστε φίλοι. Του λες “Καλημέρα”, “Καληνύχτα” και δε σε ξενίζει πλέον. Πάντως δε φεύγει, ούτε μετριάζει. Εσύ όμως γίνεσαι πιο ανθεκτικός, πιο ισχυρός απέναντι του. Τον αποδέχεσαι.
“Πλήρης ημερών” ποτέ κανείς δεν θα είναι για τους ανθρώπους που τον αγάπησαν και βίωσαν τη ζεστασιά του. Ποτέ δεν είναι “πλήρεις” οι ημέρες για τους οικείους του. Για εκείνον που φεύγει ίσως να είναι μια κάποια λύτρωση από κάτι επώδυνο, σαρκικό, ψυχικό, συναισθηματικό. Αυτοί που μένουν πίσω όμως αντιλαμβάνονται πως όταν αναβάλλεις κάτι, όπως μια επίσκεψη, ένα τηλεφώνημα κλπ για αύριο, γιατί “έλα μωρέ και αύριο μέρα είναι”, ίσως τελικά εκπλαγούν όταν χάσουν αυτή την ευκαιρία οριστικά. Τελικά ο “Πλήρης ημερών” αναχωρεί χωρίς να δώσει ειδοποιητήριο.
Ας υποσχεθούμε στο εξής να μην αναβάλλουμε άλλο. Και ας κατανοήσουμε πως για άλλη μια φορά δε θα είμαστε συνεπείς στην υπόσχεση μας. Γιατί έτσι κάπως είμαστε οι άνθρωποι σήμερα, δέσμιοι σε αυτόν τον ορυμαγδό και την γεμάτη βοή και υποχρεώσεις πόλη.
“Καλό δρόμο κυρά Μαριώ, την ευχή σου..”
©️2024 Στρατής Ρήγας
Αρθρογράφος – Λογοτέχνης

Υπεροχα συναισθηματικό…