Ποίημα
Μεγάλες, πολύ βαριές της μοναξιάς σου οι ώρες.
Η σιωπή, πιο βαριά απ’ αυτά που αντικρίζεις
στον κόσμο τον ανάπηρο, στον κόσμο τον χαμένο.
Και την ψυχή που σου’ μεινε, αυτή του τη χαρίζεις.
Τρέχεις να φτιάξεις μια ζωή ήδη τελειωμένη.
Χαρίζοντάς της την πνοή, αυτή που απομένει
για να μη νιώθει πια κενή, μικρή, κομματιασμένη.
Τα μάτια σου τα χάρισες στον ισχυρό Θεό σου.
Να βλέπει την κατάντια μας από τον ουρανό σου.
Είχες φωνή, τη χάρισες, στον κόσμο να ουρλιάζει.
Κραυγές, λυγμούς στο πέρασμα του πόνου σαν σπαράζει.
Μια στάλα αίμα σου ‘ μεινε απ’ τις πολλές πληγές σου.
Νότες της φόρεσες εφτά για να’ χει μελωδία.
Έρωτα την ονόμασες δίνοντας τη φωνή σου.
Τραγούδια να λέει πολλά σ’ αυτή την κοινωνία.
Βρήκες ζητιάνο να πεινά, αγρίμι πληγωμένο .
Δώρο κάνεις τη μνήμη σου σε γέλιο σκοτωμένο,
για να θυμάται το θεριό το αιματοβαμμένο.
Σύρθηκες πάνω στην αυγή που σούρουπο θυμίζει
Ταγκό τη χόρεψες καυτό στον ήλιο που γυρίζει.
Της χάρισες τα πόδια σου τη γη να περπατήσει.
Κ’ ένα φιλί, γλυκό πολύ, για να σ’ αλησμονήσει.
Πήρες πινέλα και μπογιές εικόνες για να φτιάξεις.
Αυτές που δεν τις έζησες μέσα στ’ απομεινάρια.
Φτιάχνεις καθρέφτη ουρανού, τα χέρια του χαρίζεις.
Για να ‘ χει να χαϊδεύει λες στο σώμα σου ντουβάρια.
Κοιτάζεις και τη θάλασσα που έχει τρικυμία.
Ξεσκίζοντας τα στήθια σου μέσα στην αγωνία.
Και της χαρίζεις την καρδιά για να’ χει ηρεμία.
Το μόνο που δε χάρισες, που δεν μπορείς να κάψεις.
Είναι αυτή η πένα σου που έχεις για να γράψεις.
Αυτή που ζει με δανεικά, με ψίχουλα αγάπης.
Που αίμα κάνει τη φωτιά της παγωμένης στάχτης.
Κάνεις πως ζεις και προχωράς φορώντας δεκανίκια.
Κλαίγοντας με χαμόγελο. Λειψός, απ’ όλα τα άλλα.
Χωρίς καρδιά, ψυχή, φωνή, έρωτα και τραγούδι.
Φορώντας αλεξίπτωτο τα λόγια τα μεγάλα.
©2023 Αμαλία Κέντρου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

Εξαιρετικό κείμενο