Ερωτικό Instantane
Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 – Wismar, ένα λιμάνι στην Ανατολική Γερμανία, κρύο, ερημιά και εμείς να ζητάμε απεγνωσμένα ένα καταφύγιο να ποτίσουμε το λαρύγγι που είχε στεγνώσει.
Ο δεύτερος μηχανικός, ο δεύτερος καπετάνιος και εγώ, αποφασισμένοι να πιούμε όλο τον Βόσπορο. Μπήκαμε στην πιο κακόφημη παμπ του λιμανιού, έτσι πίστεψα με το που είδα τον χώρο μέσα. Δυο τρεις παρέες που φώναζαν – αν κατάλαβα καλά – για έναν αγώνα ποδοσφαίρου και δυο τρεις γυναίκες, που πάλευαν να εξοικονομήσουν ένα κερασμένο ποτό.
Ο καπετάνιος αμέσως τις κέρασε για να ζεστάνει κάπως το κλίμα. Δυο πανύψηλες Γερμανίδες, που μου θύμισαν έναν θείο από το νησί και μια στο ύψος μου με ξεπλυμένα μαλλιά, που κόλλησε σαν βδέλλα στον καπετάνιο, κάθισαν αμέσως στο μπαρ μαζί μας.
Μια που τις είδα και μια που συνέχισα ήρεμα ήρεμα το ποτό μου, μέχρι που σήκωσα το βλέμμα και ξαφνικά αντίκρυσα το πιο πονεμένο βλέμμα αυτού του κόσμου. Ένα βλέμμα – ικεσία, που λύγισε στα δυο, τα πόδια μου. Δυο κατάμαυρα μάτια με μακριές βλεφαρίδες, σ΄ένα καλλίγραμμο, γεμάτο καμπύλες κορμί, που το αγκάλιαζε τρυφερά ένας χείμαρρος από κατάμαυρα μαλλιά.
Για λίγα δευτερόλεπτα νομίζω πως κοκκάλωσα ολόκληρος. Έκανα μεταβολή και μ΄ένα απίστευτο θράσος σηκώθηκα και άρχισα να κατευθύνομαι προς το μέρος της. Δίπλα της ένας ανόητος μεθυσμένος που έμοιαζε αλλοδαπός και γέλαγε δυνατά και παραδίπλα ένας ξελιγωμένος, που την κοίταζε σαν ξερολούκουμο. Παρήγγειλα ένα μπουκάλι ουίσκι για τα ‘παλικάρια’ και με το έτσι θέλω τη σήκωσα να χορέψουμε. Ένιωσα τα χέρια της να τρέμουν και αμέσως την έσφιξα πάνω μου. Ποτέ δεν ήμουν καλός στα λόγια, μια ολόκληρη ζωή προτιμούσα οι πράξεις να μιλάνε για μένα. Ήταν η μόνη φορά που ένιωθα τόσο φιλικές τις λέξεις στα χείλη μου, άρχισα να της μιλάω και δε σταμάτησα, μέχρις ότου κατάφερα να την πάρω μακριά από εκείνον τον διάολο, που όπως έμαθα καθόταν δίπλα στον πατέρα της και πάλευε να κανονίσει να περάσει ένα βράδυ μαζί της για λίγα ψίχουλα.
Όχι, αυτός ο άγγελος ήταν δικός μου. Μόνο δικός μου.
Πράγματι, για δεκατέσσερις ολόκληρες μέρες ήταν στο πλάι μου, μόνιμα κουλουριασμένη στην αγκαλιά μου, να μυρίζω εκείνα τα υπέροχα μακριά μαλλιά από έβενο, που όταν έκλεινα τα μάτια με ταξίδευαν στις πιο όμορφες παραλίες της Λατινικής Αμερικής. Πατέρας Κουβανός, μητέρα Γερμανίδα και ένας δεκαοχτάχρονος άγγελος εγκλωβισμένος σ΄ένα καθεστώς καταπίεσης και κάτω από την μπότα του Σόβιετ Γιουνιον.
Από το πρώτο εκείνο βράδυ που αισθάνθηκα τους σπασμούς της να με παρασέρνουν σε δύνη, ορκίστηκα πως θα την πάρω μαζί μου, πως θα κάνω ότι ήταν δυνατό για να τη σώσω, για να της χαρίσω ξανά τα φτερά που της ξεριζώσαν τόσο άδικα και σκληρά.
Δεκατέσσερις ολόκληρες μέρες σ΄έναν μικρό παράδεισο, την επομένη θα φεύγαμε, θα΄ρχόταν μαζί μου στο καράβι, τα είχα κανονίσει όλα. Όλα εκτός από την κακιά μου τύχη, ένα ξεχασμένο εικοσι-δόλλαρο στην πίσω τσέπη του τζιν μου, που στον καθιερωμένο βραδινό έλεγχο, κατάφερε να το ανακαλύψει ένας από τους υπεύθυνους Γερμανούς στο λιμάνι. Φωνές, απειλές και εγώ έτοιμος να εκραγώ και κάπου εκεί η φαεινή ιδέα να χαιρετίσω όπως οι Ναζί – Hi Hitler – και μάλιστα με την χαρακτηριστική κίνηση. Αυτό ήταν, κρατητήριο με συνοπτικές διαδικασίες. Κατέληξα μ΄ενα γερό πρόστιμο, που πλήρωσε ο καπετάνιος και ένα αυστηρό απαγορευτικό να μην εμφανιστώ ξανά στο λιμάνι.
Στο λιμάνι που έστειλα τους δικούς μου μα δεν βρήκαν ούτε τον πατέρα της, ούτε την ίδια, στο λιμάνι που θα με περίμενε ο μικρός μου άγγελος – η Μιχαέλα – το επόμενο μεσημέρι για να την ανεβάσω στο καράβι… στο λιμάνι που εκείνη το αποκαλούσε ‘ο τάφος μου’… στο λιμάνι…
©️2024 Δημήτριος Μονιός
Αρθρογράφος – Στιχουργός – Ποιητής
Επιμέλεια και υποστηρικτική ανάπτυξη κειμένου
Μαρία Σταυρίδου

Υπέροχο!!
Μια πολύ συγκινητική ιστορία του Ταξιδευτή