Αφήγημα
Μαζεύτηκαν οι γυναίκες του χωριού στο μικρό δωματιάκι. Έτσι γινόταν παλιά όταν κάποιος ήταν στα τελευταία του. Να του κρατούν συντροφιά πριν φύγει για το μακρινό ταξίδι.
Διηγούνταν ιστορίες, θυμόντουσαν στιγμές που ζήσανε μαζί, αναφέρονταν ακόμα και στον θάνατο αφού ήταν σίγουροι ότι ο άρρωστος δεν τους ακούει.
Κοιτάζανε τις φωτογραφίες στους τοίχους με θλιμμένο βλέμμα και για την κάθε μια , κάτι είχαν να πουν. Σε όλες, το ίδιο άτομο. Μικρό αγόρι σε ένα ξύλινο αλογάκι στη μια, λίγο μεγαλύτερο με άσπρο πουκάμισο και κοντό μπλε παντελονάκι στην άλλη, μετά στο γυμνάσιο με άσπρο πουκάμισο και γκρίζο παντελόνι. Στις περισσότερες, αγκαλιά με τη μάνα του που μόνη τώρα στο κρεββάτι, προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή.
Σε μια φωτογραφία, σταματούν τα βλέμματα και βουρκώνουν. Ένας λεβέντης ντυμένος στο χακί, γύρω στα είκοσι, με ένα χαμόγελο αγγελικό που έκανε και τα μάτια να χαμογελούν. Ο μοναχογιός της. Ήταν βρέφος όταν έχασε τον άντρα της από κακή αρρώστια και τον μεγάλωσε μόνη. Ήταν η ζωή της όλη. Το καμάρι της. Η ελπίδα της. Ώσπου έφτασε εκείνος ο καταραμένος Ιούλης του 1974. Χάθηκε της είπαν εκεί στον Πενταδάκτυλο. Στον Άγιο Ιλαρίωνα τον είδανε τελευταία φορά οι συμπολεμιστές του. Αγνοούμενος της είπαν. Δεν τον ξαναείδε η μάνα του. Μισόν αιώνα τον περίμενε. Ποτέ δεν πίστεψε ότι πέθανε. Ούτε μνημόσυνο του έκανε. Γιατί να του κάνει μνημόσυνο; Δεν τον έθαψε. Δεν είχε τάφο να του ανάψει καντήλι και να του πάει λουλούδια. Αγνοούμενος είναι και θα επιστρέψει. Και τον περίμενε.
Οι γυναίκες του χωριού μιλούν για τούτο το κακό και καταριούνται τους αίτιους. Κάποιες δακρύζουν, κάποιες μοιρολογούν.
Ξαφνικά μια φωνή, μια απόκοσμη φωνή ακούγεται και όλα σιγούν. ´´Γιέ μου ´´ και απλώνει τα χέρια. Προσπαθεί να ανασηκωθεί η μάνα μα ξαναπέφτει σε λήθαργο. Δεν ακούει πια τις κουβέντες των γύρω της. Μόνο τα λόγια της ψυχής της. Το σκοτάδι στο οποίο βυθίστηκε τις τελευταίες δυο μέρες, έφυγε. Ένα φως λαμπρό της φωτίζει το δρόμο και τρέχει, τρέχει σαν κοριτσάκι η ογδοντάχρονη γυναίκα. Από απέναντι έρχεται ο γιος της ντυμένος στο χακί, όπως ήταν όταν του έδινε την ευχή της και τον αποχαιρετούσε.
´´ Θα γυρίσω μάνα ´´ της είπε και να που κράτησε τον λόγο του.
Η αναπνοή της μάνας έγινε γρήγορη και άρχισε να ιδρώνει. Ανησυχούν οι συγχωριανές. Μα η μάνα τρέχει να αγκαλιάσει τον αγνοούμενο που έρχεται μέσα σε κείνο το φως. Όμορφος, λεβέντης, με ένα χαμόγελο γλυκό, άγγελος έμοιαζε.
Τρέχει η μάνα, αγκομαχά, ιδρώνει, λίγο έμεινε. Τον πλησιάζει. Ανοίγει τα δυνατά του χέρια και την κλείνει στην αγκαλιά του. ´´ Ήρθα μάνα, κράτησα τον λόγο μου. Όσα σου χρωστώ, τώρα θα σου τα δώσω. Θυμάσαι μάνα που φύλαες για μένα το φαί και μου έλεγες ότι έχεις φάει; Θυμάσαι που μου αγόραζες τα ρούχα που μου άρεσαν και συ φορούσες τα αποφόρια των αδελφάδων σου; Θυμάσαι που σου έδειχνα φωτογραφίες από μεγάλα σπίτια και σε έβαζα να διαλέξεις ποιό θέλεις για να σου το αγοράσω όταν μεγαλώσω; Σε κούρασε το νοίκι και η μετακόμιση μάνα μου. Μάνα που δούλευες δυο και τρεις δουλειές για να μη μου στερήσεις τίποτε και δεν χόρτασες τον ύπνο. Ήρθα μάνα όπως σου υποσχέθηκα. Ησύχασε τώρα. Γύρε στην αγκαλιά μου και ξεκουράσου. Τίποτε δεν θα μας χωρίσει πια.
Ηρέμησε η ηλικιωμένη γυναίκα, χαλάρωσε και ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στα ξεραμένα χείλη της. Και έσβησε χαρούμενη και ευτυχισμένη μέσα στα χέρια του λεβέντη της. Του μοναχογιού της. Και πέθανε ο καημός!!!
©️2024 ΔΕΣΠΩ ΠΗΛΑΒΑΚΗ
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

όμορφο!
εξαιρετικό
ΠΟΛΥ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΔΕΣΠΩ ΜΟΥ.