Ποίημα
Άγρια που ’ναι η θάλασσα, φουρτουνιασμένη,
κει που οι ναυτικοί κρύβουν τα μυστικά της αλμύρας τους,
στο απόκοσμο πέρασμά της.
Στα αδάμαστα, σκληρά πάθη, το μυαλό φτάνει
στον παραλογισμό, μ εκείνον τον αργόσυρτο
κι ανατριχιαστικό ήχο του θανάτου.
Ωχρά βλέμματα, πουλούν την πραμάτεια τους
στα λιμάνια της φαντασίας μας,
νομίζοντας πως ξέφυγαν απ’την κατάρα των στεριανών.
Μα στέκει εκεί στους ώμους τους, βαριά
και βασανιστική, καθώς η αυταξία
γελά ειρωνικά σπάζοντας την πυξίδα.
Μυθικά πλάσματα παρακολουθούν το δράμα,
γνωρίζοντας καλά πως όσοι τέντωσαν
την αλυσίδα της άγκυρας,
με ενοχική σιωπή
στην εφήμερη απόλαυση του κέρδους και της σαρκός,
παρασύρθηκαν
από τεράστια κύματα (ντροπής) και τα κουφάρια τους,
πλέουν σε μπλεγμένα φύκια
που έως τώρα δε θάφτηκαν …….
©2025 Δώρα Ζαχαροπούλου
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
