Αφήγημα
Χτυπούσε λυπημένα η καμπάνα τού χωριού,
καθημερινά σχεδόν ,
λες και όλοι περίμεναν να πεθάνουν τώρα, που εκείνη απεγνωσμένα ήθελε να ζήσει.
Απαστράπτουσα η μέρα, ανελέητα καυτός ο ήλιος,
θολερή η ατμόσφαιρα ανάμεσα στους πενθούντες,
σαν καλυμμένη θλίψη.
Σκέφτηκε να γελάσει δυνατά,
με εκείνο το γέλιο που κάνει τούς ώμους να τραντάζονται,
έτσι για να σπάσει την ακινησία τής θλίψης που φέρνει ο θάνατος,
την υποκρισία των τεθλιμμένων και επιτέλους να δηλώσει την παρουσία τής ζωής.
Δεν το έκανε φυσικά,
άναψε ένα κερί για την ψυχή που αναχωρούσε,
ψιθύρισε συγκαταβατικά κάποια λόγια παρηγοριάς ..που δεν τα πίστευε στα αλήθεια..,
πήρε ένα σακουλάκι κόλλυβα (πολύ τής άρεσαν)
και κατευθύνθηκε στο καφενείο όπου θα σερβίροντας ο καφές.
Όχι, δεν ακολούθησε τούς υπόλοιπους στο παλιό νεκροταφείο
… έννοια που την είχε ο νεκρός…. παρήγγειλε και ένα υποβρύχιο με παγωμένο νερό..
τί, δεν τρώνε υποβρύχια σέ τέτοιες στιγμές;
πολύ το ευχαριστήθηκε το παγωμένο νεράκι με γεύση μαστίχας…
Μετά από λίγο άρχισαν να καταφθάνουν και οι άλλοι μοιρασμένοι σέ παρέες.
-Να, εδώ καθίστε που έχει δροσιά..
-Πώς είχε γίνει έτσι; Θεός σχωρέστον..
-Επιτέλους πέθανε, πόσο να αντέξει πια και η γυναίκα του..
-Κρίμα, καλός άνθρωπος ήτανε…
-Τί έκανε έτσι πια η χήρα; Λες και δεν ξέραμε ότι παρακαλούσε να πεθάνει..
-Κουράγιο, να είστε καλά να τον θυμάστε….
Τέτοια νόστιμα έλεγαν οι τεθλιμμένοι ρίχνοντάς της περιφρονητικές ματιές.
Ίσως έφταιγε το υποβρύχιο που έφαγε..
Ίσως ζήλευαν που έδειχνε ζωντανή..
Ίσως απλά την περιφρονούσαν…
Σηκώθηκε, ήπιε το υπόλοιπο νεράκι,… θαυμάσιο ήταν με την μαστίχα..
και απήλθε αφήνοντας τον κόσμο να…. πενθήσει.. με την ησυχία του.
Ακούς εκεί θράσος!
Δεν φτάνει που ζούσε,
μα έφαγε και υποβρύχιο μέρα που ήταν..
Quelle audace, mon dieu!!
©️2024 Κτενά Αργυρούλα
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

υπεροχο!
Ευχαριστώ πολύ Ζωή!