Ποίημα
Χρόνια πολλά
που μαύρισαν σαν στάχτη, σαν αποκαϊδια,
σαν ξεχασμένη φλούδα πάνω στη σόμπα με τη σκουριά.
Δεκάδες ατίθασοι – χρόνοι που ήρθαν,
βασάνισαν ή χόρεψαν τρελά,
αγάπησαν ή πόνεσαν βαθιά
και μετά, το΄βαλαν στα πόδια κουρασμένοι,
που σημάδεψαν τη θύμηση μου
που ανέτρεψαν τη λογική μου
που με δίδαξαν πολλά για την υπόληψη μου.
Διδάγματα μιας άμυαλης τρελής
που κάποτε χόρευε στον δρόμο σαν ξωτικό
και άλλοτε κρυβόταν στη γωνιά τρώγοντας παγωτό.
Αμαρτίες,
που καμιά φορά ζωντανεύουν στα όνειρα
και η βραδιά γίνεται συμφορά.
Λάθη,
που παλεύεις να τα διαγράψεις, μα η κιμωλία σε ξεγελά
και πάλι τα γράφει με κεφαλαία στην καρδιά.
Όνειρα,
που αναρωτιέσαι γιατί χάθηκαν στου αγέρα την αγκαλιά,
γιατί ξαναγεννήθηκαν για να σημαδέψουν τη ματιά,
γιατί τα πρόδωσες τόσο βιαστικά.
Μια χαμένη αθωότητα κάτω από την κερασιά
Μια σημαδεμένη τράπουλα
που όρισε τα βήματά και τον Γολγοθά.
Μια χαραγμένη καρδιά που μάτωσε τη νυφική φορεσιά
Μια γυναίκα που αγκάλιασε το όνειρο του έρωτα σφιχτά,
που εμπιστεύθηκε τ΄ατίθασα φιλιά,
που πέταξε τόσο ψηλά, που τη ζήλεψαν ακόμη και τα πουλιά…
Πενήντα – τέσσερα χρόνια και μια ανάσα δανεικιά…
για τα κεράκια που απόψε θα΄ναι τόσα πολλά!
©️17102024 Μαρία Σταυρίδου
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα
