Ερωτικό Instantante – Ο Ορφέας –

Ερωτικό Instantane * Αφήγημα

Βράδυ Σεπτέμβρη και η δροσιά ανακουφίζει τα ξαναμμένα βράχια της ακτής. Το φεγγάρι ολόγεμο, χαμήλωσε για να ακούσει τα μυστικά της θάλασσας, που τα μουρμούριζε σε κάτι αρμυρίκια με τα κύματά της. Στο μικρό ψαροχώρι όλοι κοιμούνται, εκτός από την Ελένη μια όμορφη κοπέλα γεμάτη όνειρα. Να αγαπήσει και να αγαπηθεί να κάνει οικογένεια παιδιά και εγγόνια. Όμως όλα τα αγόρια του χωριού ή σαλπάρανε στα ποντοπόρα καράβια και δεν ξαναφάνηκαν ή πήγαν στην πρωτεύουσα για να φτιάξουν τη ζωή τους στα εργοστάσια και στις οικοδομές. Μερικά που
μείνανε να πολεμούν με τις ψαρόβαρκες τη ζήτησαν, όμως αυτή είχε ήδη χαρίσει την καρδιά της στο Νικόλα και έτσι αυτοί διάλεξαν τις φιλενάδες της. Και ο Νικόλας που την αγάπησε και τον αγάπησε έφυγε στη Γερμανία να φτιάξει την τύχη του και να τον περιμένει της είπε
γιατί θα γυρνούσε να παντρευτούνε, αλλά μάλλον με τα χρόνια ξέχασε την υπόσχεση και φυσικά και την ίδια.
Η Ελένη που έβλεπε τον καιρό να περνάει και ο Νικόλας να μην επιστρέφει, έβγαινε αυτά τα φθινοπωρινά βράδια για να πάρει παρηγοριά από την ηρεμία της νύχτας και να γεμίσει την καρδιά της με την αλμύρα του αέρα. Ήταν το βάλσαμό της. Κάθε βήμα της άφηνε ένα αποτύπωμα στην άμμο, που όμως έσβηνε γρήγορα από το βαριεστημένο πήγαινε έλα των κυμάτων. Έψαχνε στο βάθος του ορίζοντα τα φώτα της στεριάς και σκέπτονταν πόσοι ευτυχισμένοι άνθρωποι αναβοσβήνουν αυτά τα φώτα. Με τον ψαρά πατέρα και τα ψάρια του συνήθως απούλητα, δεν περίσσευε τίποτε παρά μόνο να πορευθούν μέρα με τη μέρα. Ούτε σωστό φόρεμα δεν είχε. Κανά δυο προξενιά που της έγιναν ήταν από κάτι χήρους απ’ τα γειτονικά χωριά του νησιού. Ο πατέρας της ζήτησε τη γνώμη και τους έδιωξε. Μαράζωνε και αυτός και υπέφερε, όμως τι να κάνει ο δόλιος. Αγκάλιαζε την κόρη του και κλαίγανε μαζί για τα χαμένο χρόνο που περνούσε και η Ελένη έχανε τη φρεσκάδα της, μαζί με τα νιάτα της.
Εκείνο το βράδυ με το φεγγαρόφωτο να μην αφήνει τίποτε σκοτεινό, η Ελένη άκουσε να παίζει μια κιθάρα. Τη μουσική την έσερνε μαζί του το νυχτερινό μελτεμάκι κάπου από την άκρη του μικρού λιμανιού. Η μελωδία ήταν μοναδική, σαν να είχε γραφτεί για εκείνη τη στιγμή, για εκείνη τη νύχτα, μόνο για την ίδια.
Προχώρησε με πολύ προσοχή. Δεν ήθελε ο παραμικρός ήχος να ταράξει τη μαγεία. Στο φως του φεγγαριού είδε έναν πανέμορφο άνδρα που καθόταν μόνος του, με την κιθάρα του στα χέρια και ένα τριαντάφυλλο πιασμένο στις χορδές του. Οι νότες γεμάτες αρμονία, γίνονταν ένα με τα βράχια, τα δένδρα και τα μικρά ψαροκάικα στο μόλο.
Η Ελένη σταμάτησε λίγα μέτρα πίσω του. Δεν ήθελε να τον ενοχλήσει. Της αρκούσε να ζούσε έστω και στη σκιά, έστω και από τύχη ένα μικρό όνειρο. Ένιωθε ότι δεν ήταν η Ελένη η κόρη του ψαρά, αλλά μια πριγκίπισσα των παραμυθιών όπως της έλεγε η μάνα της όσο ζούσε. Και αυτός ο άνδρας δεν έπαιζε για το φεγγάρι και τα άστρα, αλλά μόνο για εκείνη. Και εκεί που ονειροπολούσε, ο μουσικός σταμάτησε και χωρίς να γυρίσει είπε
«Γιατί δεν έρχεσαι πιο κοντά Ελένη; Για εσένα τραγουδώ».
Η Ελένη τα έχασε. Ντράπηκε για την εμφάνισή της. Έσκυψε το κεφάλι και κατά το συνήθειό πήγε να ισιώσει μια ζάρα από τη φούστα της, μόνο που δεν την φορούσε. Το σώμα της ήταν τυλιγμένο από ένα πανέμορφο λευκό φουστάνι που έλαμπε στο φως του φεγγαριού. Στα πόδια δεν φόραγε τις γαλότσες της αλλά ένα πανέμορφο ζευγάρι παπούτσια. Ήταν πράγματι πριγκίπισσα και ζούσε σε ένα αληθινό παραμύθι.
«Ποιος είσαι;» τον ρωτά συνεσταλμένα.
Εκείνος χαμογέλασε. «Έλα μην φοβάσαι της είπε. Είμαι ο Ορφέας. Μ’ αρέσει στις όμορφες βραδιές να παίζω μουσική για πονεμένες αγνές ψυχές. Λένε ότι με τη μουσική μου κάνω τα όνειρα πραγματικότητα».
«Από πού ήλθες; τον ρώτησε. Ξέρεις σπάνια έρχονται ξένοι στον τόπο μας».
«Το ξέρω της απάντησε. Έρχομαι από ένα από αυτά τα αστέρια» και της έδειξε μια ομάδα αστεριών.
«Παίζεις ονειρεμένη μουσική» του είπε με σκυμμένο το κεφάλι.
«Η μουσική μου φέρνει πίσω χαμένες αγάπες» της είπε μελαγχολικά. «Μόνο η Ευρυδίκη μου δεν γυρίζει. Όμως αρκετά φλυαρήσαμε και η νύχτα δεν είναι ατέλειωτη».
Ξεσκάλωσε το τριαντάφυλλο από τις χορδές και της το έδωσε.
Η Ελένη έκατσε στο βράχο κοντά του. Δεν ξαναμίλησαν. Τον άκουγε μαγεμένη να παίζει την κιθάρα του και μερικές φορές να τραγουδά κοιτάζοντάς την στα μάτια. Το γαλάζιο του βλέμμα την υπνώτιζε. Παρόλη την προσπάθεια να μείνει ξύπνια τα μάτια της έκλεισαν για
μια στιγμή και τα ξανάνοιξε αμέσως. Όμως ο Ορφέας, η κιθάρα του, τα αστέρια και η θάλασσα εξαφανίσθηκαν. Το ταβάνι του σπιτιού εκεί σταθερό, της έλεγε όπως κάθε μέρα καλημέρα.
Όμορφο και παράξενο όνειρο σκέφτηκε. Τόσο ζωντανό!!!.
Πήγε να σηκωθεί και το χέρι της πόνεσε. Ένα αγκάθι από το τριαντάφυλλο που κρατούσε της μάτωσε το χέρι και μια σταγόνα αίμα κύλισε στο λευκό φόρεμα που φορούσε. Πριν συνέλθει από το σοκ, η πόρτα χτύπησε ανυπόμονα. Έτρεξε να δει ποιος είναι. Ο Νικόλας με μια ανθοδέσμη στο ένα χέρι και ένα διαμαντένιο δακτυλίδι στο άλλο γονατιστός της λέει απλά «Θα με παντρευτείς;».
Πριν πει το ναι, πριν πέσει στην αγκαλιά του, πριν τρέξουν τα δάκρυα χαράς από τα μάτια της κοίταξε ψηλά στον ουρανό και μουρμούρισε «σ’ ευχαριστώ Ορφέα. Μην σταματάς και θα βρεις την Ευρυδίκη σου.».

ΥΓ.
Ο Ορφέας ήταν ο μεγαλύτερος μουσικός, ποιητής και τραγουδιστής της αρχαιότητας, γιος του θεού Απόλλωνα και της μούσας Κλειούς.
Η μουσική του είχε την ικανότητα να μαγεύει τους ανθρώπους, τα ζώα, και ακόμη και τα άψυχα αντικείμενα.
Αγαπούσε την Ευρυδίκη η οποία όμως πέθανε από δαγκωματιά φιδιού. Ο Ορφέας κατέβηκε στον Άδη για να την φέρει πίσω.
Με τη μουσική του κατάφερε να συγκινήσει τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη, οι οποίοι του επέτρεψαν να την επιστρέψει με έναν όρο:
δεν έπρεπε να την κοιτάξει μέχρι να βγουν στον φωτεινό κόσμο.
Δυστυχώς, όταν σχεδόν έφτασαν στην έξοδο, ο Ορφέας, γεμάτος αδημονία, γύρισε να δει την Ευρυδίκη
και αυτή χάθηκε για πάντα στον Άδη. Και από τότε λένε ότι την ψάχνει παίζοντας τη μουσική τους.
Ο αστερισμός του Ορφέα είναι ένας σχετικά μικρός αστερισμός στον βόρειο ουρανό.

 

 

©️2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας

Παύλος Κωνσταντινίδης

ΑΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1949. Τελείωσα το Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ το 1973 και στη συνέχεια πραγματοποίησα το διδακτορικό μου στη φυτοκοινωνιολογία και στην οικολογία των δασικών πυρκαγιών στην ίδια σχολή. Για 30 χρόνια περίπου εργάσθηκα στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών, από όπου και συνταξιοδοτήθηκα το 2016. Παράλληλα με τις εκατοντάδες εργασίες που δημοσίευσα, στον ελεύθερο χρόνο μου έγραφα μικρές καθημερινές ιστορίες, από αυτές που αντιλαμβανόμουνα στο περιβάλλον μου. Ως συνταξιούχος συνέχισα τη συγγραφή των μικρών ιστοριών, μερικές από τις οποίες έχω αναρτήσει στην προσωπική μου σελίδα στο Facebook.

Αφήστε μια απάντηση