Διήγηση – δεύτερο μέρος
Εγώ, όμως, τι σχέση μπορεί να είχα με όλα αυτά;…
Γιατί μπορούσα να τα αισθάνομαι;… Λες και κάτι γύρευαν από μένα… Η ατμόσφαιρα του δωματίου, άρχισε να μ’ επηρεάζει σιγά-σιγά…
Στο γραφείο γινόμουν όλο και πιο αφηρημένη, σχεδόν ξένη και διεκπεραίωνα με αποτροπιασμό που όλο και μεγάλωνε πρωτόκολλα, καταχωρήσεις, λίστες, ατέλειωτα ανούσιες, που νόμιζα πως μέχρι να τελειώσουν, θα λιώσω εγώ…
Το μοναδικό μου ενδιαφέρον πια, ήταν να κλειστώ στην κάμαρή μου όπου με μάτια πυρετώδικα αναζητούσα τους λεπτοδείκτες του μεγάλου μπρούντζινου ρολογιού, να σημάνουν μεσάνυχτα… Ήταν μια παρόρμηση που αδυνατούσα να της αντισταθώ… Ήθελα, να μπω στον κόσμο των σκιερών μορφών, ν΄ανακαλύψω ποιες μνήμες τους πονούσαν τόσο…
Σιγά-σιγά απομακρυνόμουν απ’ την απτή πραγματικότητα κι αποτραβιόμουν στον κόσμο τους , σαν μια μπαλάντα που εισχωρεί και ποτίζει τα φύλλα της καρδιά σου, μέχρι που η ύπαρξή της, σου γίνεται απαραίτητη…
Μα εγώ γιατί;…
Τι το κοινό μπορεί να είχα, μ’ αυτές τις μορφές;…
Κάποια στιγμή το ανακάλυψα τυχαία… Ήμουν δέσμια μιας ασθένειας που λέγεται <<υποθάλπτον καλλιτεχνικό ένστικτο>>…
Δεν ήμουν αρκετά γήινη, κι αυτό οι μορφές το διαισθάνθηκαν αμέσως, πολύ πιο νωρίς από εμένα… Εξάλλου πιστεύω πως θα πρέπει να ΄ήταν και πολύ πιο σοφές… Κι αν ποτέ δεν θα μπορούσα να βρω λύση, στα βασανιστικά μυστικά τους, θεωρούσαν πως κατά κάποιον τρόπο τους ανήκα, κι ίσως η παρουσία μιας ακόμη συντρόφισσας να ήταν μια παρηγοριά γι’ αυτές….
(συνεχίζεται)
©️2024 Φωτεινή Μανούση
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
