Διήγημα πρώτο μέρος
Μέρες του Οκτώβρη, νοίκιασα μια κάμαρη, οκτωβριανή θαρρείς.,έτσι λιτή και στενόχωρη που ήταν…
Επέμεινα πολύ στην καθαριότητα, κι ο ιδιοκτήτης την ασβέστωσε πολύ καλά… Τι κρίμα…έτσι χάθηκε το άρωμα γιασεμιού που είχε η κάμαρη… Είναι κάτι κάμαρες, που σ’ αρέσει να τις κατοικείς, έχουν κάτι το δικό σου, πού θαρρείς και σ’ αιχμαλωτίζει…
Έτσι περνούσα τις μέρες μου, με τον αέρα της κάμαρης, συντροφεύοντας τους άσπρους τοίχους της, μ’ αυτό το αλλόκοτο άρωμα, ασβέστη και γιασεμιού… Απ’ το φαρδύ παράθυρό μου, εναλλάσσονταν η μονοτονία των βιαστικών περαστικών, με τα παραμύθια της βροχής, υγρά, νοσταλγικά, μ’ εκείνη τη γεύση, γλυκιάς μελαγχολίας…
Πίστευα, πως ίσως εκεί, θα περνούσα μέρες, γαλήνιες, ατρυκίμιστες, άγνωστη ανάμεσα σε αγνώστους, με συντροφιά τα βιβλία μου, την πένα μου, κι εκείνη τη λάμπα, που μ’ άρεσε τόσο ν΄ανάβω τα βράδια, σαν απαραίτητο ντεκόρ, μιας επιβλητικής ατμόσφαιρας… Όμως οι λίγες μέρες, είναι πάντα λίγες, ίσως και γι’ αυτό να τις αναπολούμε περισσότερο…
Το άρωμα του γιασεμιού, πότιζε σιγά σιγά, τις ίνες του μυαλού μου… Ποιοι να ‘ταν άραγε οι προκάτοχοί μου?… αναρωτιόμουν…
Τις νύχτες, άρχισα να οραματίζομαι, κάτι μορφές ισχνές, που λύγιζαν κάτω από το βάρος των μυστικών τους. σκυθρωπές σκιές, με χέρια άνευρα, λες και φοβόταν, πως η παραμικρή κίνησή τους, θα διασπούσε την ισορροπία της τάξης της κάμαρας, αμίλητες, λες και φοβόταν, πως το ψιθύρισμά τους, θα πλήγωνε τη σιωπή…
Σίγουρα κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς, θα πρέπει να είχαν οι σκιές αυτές, με την κάμαρη, γι’ αυτό και συνέχιζαν την άυλη παρουσία τους, μέσα της…
Ποιος ξέρει, ίσως εκεί, να τους είχαν σκοτώσει μιαν αγάπη…
(συνεχίζεται)
©️2024 Φωτεινή Μανούση
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
