Αφήγημα
Ελένη
Όταν είναι Μάιος και είσαι 19 Μαΐων, νιώθεις σαν νεοσσός, που μεγάλωσε και ετοιμάζεται να πετάξει. Να φύγει από τη φωλιά του και να δει τον κόσμο από ψηλά. Να δει τις κόκκινες παπαρούνες στα χωράφια, να χαρεί τον πράσινο άνεμο, που φυσά πάνω από τα λιβάδια, να παίξει με τα άλλα πουλιά. Και, ίσως – ίσως, να νιώσει τα πρώτα σκιρτήματα, που ο μικρός φτερωτός Θεός χαρίζει σε όλα τα όντα, όταν αυτά μεγαλώσουν.
Κάπως έτσι αισθανόταν ο μικρός μας φίλος, όταν ξεκινούσε εκείνο το Μαγιάτικο πρωινό να πάει εκδρομή με τη σχολή Αγγλικών, στην οποία φοιτούσε. Προορισμός η Κυανή Ακτή, όχι της Γαλλίας, φυσικά, αλλά των Σερρών, κάπου εκεί στους πρόποδες των Κερδυλίων, στο Στρυμονικό κόλπο. Ήταν η εποχή, που μόλις είχε αξιοποιηθεί η εν λόγω παραλία, ενώ η Χαλκιδική ήταν ακόμα τελείως αναξιοποίητη.
Κάθισε στο λεωφορείο, (ένα από εκείνα τα παλιά λεωφορεία που δεν είχαν καμιά σχέση με τα μετέπειτα άνετα πούλμαν), περιμένοντας να ανέβουν και οι άλλοι συμμαθητές του για να ξεκινήσουν. Είχε την αίσθηση ότι θα ήταν μια συνηθισμένη εκδρομή, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Καθόταν αδιάφορος περιμένοντας να ξεκινήσουν, όταν ξαφνικά ΤΗΝ ΕΙΔΕ!!! Ανέβηκε με έναν συμμαθητή του, ο οποίος, όπως έμαθε αργότερα ήταν αδελφός της και κάθισαν μαζί στις απέναντι δύο θέσεις.
Μαύρα μαλλιά, δεμένα αλογοουρά, ένα γκρι μπλουζάκι και ένα εφαρμοστό, κοντό μέχρι τα γόνατα, γαλάζιο τύπου τζιν παντελονάκι ήταν το πορτραίτο, που έκανε την καρδιά του να χτυπήσει, να χτυπήσει σαν αναστάσιμη καμπάνα. Και όλο αυτό το σύνολο το πλαισίωναν δυο μαύρα μάτια, μία χαριτωμένη, ελαφρώς σηκωμένη μπροστά μυτούλα και ένα χαμόγελο, αχ, τι χαμόγελο ήταν εκείνο, Θεέ μου!
Έπιασε τα μάτια του να είναι καρφωμένα πάνω της, χωρίς την άδεια του. Το λεωφορείο ξεκίνησε. Και, ξαφνικά, τον είδε και εκείνη! Και ένα χαμόγελο, που δεν κατάλαβε αν ήταν για εκείνον, άνθισε στα χείλη της. Μα ναι, για εκείνον ήταν! Και, μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους, τα μάτια τους είπαν πολλά. Όλα εκείνα, που λένε τα μάτια, όταν η καρδιά τα προστάζει να μιλήσουν.
Φτάσανε στον προορισμό τους, κατέβηκαν από το λεωφορείο και διασκορπίστηκαν. Την είδε μόνη και την πλησίασε. Εκείνη του έστειλε πάλι ένα ελπιδοφόρο χαμόγελο, που τον έκανε τα χάσει. «Πως σε λένε»; την ρώτησε τραυλίζοντας, απορώντας και ο ίδιος για το θάρρος του. «Ελένη» του απάντησε, με μια φωνή σαν πρωινό κελάηδημα αηδονιού. ΕΛΕΝΗ!!! Μα ναι! Δεν θα μπορούσε να την λένε αλλιώς, αυτό το όνομα της ταίριαζε! Δραπέτευσε, άραγε, από κάποιο Ομηρικό έπος; Ή, μήπως βρήκε τον Τίμιο Σταυρό και μοιάζει με Αγία; Αλλά αυτά ήταν ερωτήματα του μέλλοντος.
«Θέλεις να πάμε μια βόλτα στο ύψωμα, να δούμε από ψηλά τη θάλασσα, τον ήλιο, τον κόσμο»; Και ήθελε. Ανέβηκαν και για την βοηθήσει την έπιασε από το χέρι. Και δεν το άφησε. Ούτε εκείνη το τράβηξε. Οι θάμνοι ματώσανε τις γυμνές γάμπες της, αλλά ούτε που την ένοιαξε. Απλά χαμογελούσε και τον έλιωνε! Κατέβηκαν μετά στην αμμουδιά, όπου οι ψαράδες ετοίμαζαν τα δίχτυα τους. Άκουσαν το κύμα να σκάει στην άμμο και έβρεξαν σ’ αυτό τα πόδια τους, που είχαν ανάψει. Ήθελαν να μην τελείωνε αυτή η μέρα, αλλά, δυστυχώς, όλα τα ωραία τελειώνουν γρήγορα.
Επέστρεψαν με χίλια όνειρα. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε αγκαλιά με το όνομά της. Και είδε όλα εκείνα τα όνειρα, που βλέπουν όλοι, όταν απαντούν στο δρόμο τους μια Ελένη.
Πήγε μερικές φορές σπίτι της τάχα να διαβάσουν με τον αδερφό της Αγγλικά. Την συνάντησε μερικές φορές στα κλεφτά, ενώ πήγαινε σχολείο. Δεν είχαν, όμως, ποτέ ευκαιρία να πούνε πολλά. Έπρεπε να γυρίσει γρήγορα στο σπίτι της. Εκείνη την εποχή τα ήθη ήταν πολύ πιο αυστηρά από σήμερα και υπήρχαν γονείς, που δεν άφηναν τα κορίτσια να κυκλοφορούν ελεύθερα, και ας ήταν δεκαεφτά χρονών. Τέτοιοι, ατυχώς, ήταν και οι γονείς της.
Η περιοχή που κατοικούσαν, ήταν στην Ανατολική Θεσσαλονίκη, κάπου κοντά στην 25ης Μαρτίου. Ο πατέρας της είχε μια επιχείρηση στην άλλη μεριά της πόλης, στη Σταυρούπολη. Αυτό σήμαινε, για όσους δεν ξέρουν την Θεσσαλονίκη, ότι απαιτούνται δύο λεωφορεία για να πας εκεί. Έτσι, ένα απόγευμα, που θα πήγαινε στην εργασία του πατέρα της μόνη, την περίμενε και ανέβηκαν στο ίδιο λεωφορείο, για να πουν, όλα εκείνα, τα οποία πάντα έχουν μια κοινή κατάληξη: Την αγάπη!
Και, ξαφνικά, ήρθε η καταστροφή! Στην Αριστοτέλους που κατέβηκαν για να αλλάξει λεωφορείο την περίμενε η μητέρα της! Την χαιρέτησε, αφού την γνώριζε από τις επισκέψεις του στο σπίτι τους και εκείνη του έριξε μια φαρμακερή ματιά.
Αυτό ήτανε. Την έχασε, αφού ακόμα και στο σχολείο την πήγαιναν με συνοδεία. Κι’ ας ήταν 17 χρονών!!! Πράγματα αδιανόητα για την σημερινή εποχή, το μέσον της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα.
Άρχισε να ζει με αναμνήσεις, με τη νοσταλγία που έχει ένα παιδί, που δεν του αγόρασαν το παιχνίδι, που ζήλεψε. Ένα αγκάθι τρυπούσε την καρδιά του, για ένα όνειρο, που χάθηκε, πριν καλά – καλά αρχίσει.
Πέρασε λίγος καιρός, ένας χρόνος, ίσως και παραπάνω. Σε ένα από εκείνα τα πάρτι, με τα οποία διασκέδαζαν οι νέοι της εποχής, μια γλυκιά κοπέλα του έκανε εντύπωση. Ερχόταν για πρώτη φορά στα πάρτι τους και εκείνος την ζήτησε να χορέψουν. «Πως σε λένε;», την ρώτησε ενώ χόρευαν. «Ελένη!» του απάντησε. Πάγωσε. Ένα ρίγος ένιωσε να διαπερνά το κορμί του, σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Οι αναμνήσεις άρχισαν να πηγαινοέρχονται μπροστά στα μάτια του σαν τρένα σε πολυσύχναστο σταθμό. Ένα ανεπαίσθητο καρδιοχτύπι τον ανάγκασε να διακόψει τον χορό, ζητώντας ευγενικά συγνώμη. Πήρε ένα ποτό και κάθισε βαρύς σε έναν καναπέ, ενώ η άλλη Ελένη φτερούγιζε τριγύρω του.
Και, ξαφνικά, αισθάνθηκε ότι είναι ποιητής!!! Πήρε μολύβι και χαρτί και άρχισε να γράφει. Και έγραψε ένα ποίημα γεμάτο πίκρα, που τα αρχικά κάθε μιας από τις δύο στροφές του σχημάτιζαν το όνομα της.
Το όνομα εκείνο
——————-
Εκείνο τ’ όνομα, που, πάντα στη ζωή
Λύπες μου πρόσφερε χωρίς καμιά συμπόνια
Είναι γραφτό στ’ αυτιά μου, πάντα, να βοεί
Να με παιδεύει ως την ύστατη πνοή,
Ή και στο θάνατο. Πάντα, αιώνια.
——————–
Έφυγε εκείνη που αγαπούσα η μικρή,
’Λιόχαρη μέρα δεν ξανοίχτηκε για μένα,
Έμεινα μόνος μες στον δρόμο τον μακρύ…
Ναι, τ’ όνομα σου κι’ άλλη ανάμνηση πικρή
Ήρθε να φέρει στα όνειρά μου τα σβησμένα.
——————–
Αυτό ήταν! Είχε βρει το φάρμακο, που θα επούλωνε τις πληγές του και θα τον άφηνε, ελεύθερο πια, να προχωρήσει, να κοιτάξει μπροστά, να ψάξει για καινούργια λιμανάκια, να δει τον ήλιο ν’ ανατέλλει ξανά.
Θα γινόταν ποιητής! Θα έγραφε για τον εαυτό του, τους φίλους του, για τις αγάπες τους, για τις χαρές, τις πίκρες, τα όνειρά, τις αναμνήσεις και τις προσμονές.
Έγραφε, έγραφε, έγραφε. Ο καιρός περνούσε, τα νιάτα πάντα είναι μια Άνοιξη, που μοσχομυρίζει και όταν τριγύρω ανθίζει η Άνοιξη, είναι πάντα μια Ελένη, μια γλυκιά ανάμνηση, που οδηγεί την πένα σου και σε κάνει να γράφεις για εκείνη.
Αναμνήσεις
—————-
Θυμήθηκα πάλι την μέρα εκείνη
του Μάη που σ’ είδα. Ποτέ δεν αφήνει
ο χρόνος ελπίδα αγάπης να σβήσει.
Σε είδα όπως τότε που σ’ είχα αγαπήσει.
——————–
Το μπλε πανταλόνι, τα μαύρα μαλλιά σου,
γκρι μπλούζα, θυμάμαι, γλυκιά η μιλιά σου,
σαν τρέχαμε μέσα σε δάση, λαγκάδια,
στις βάρκες, στην άμμο και στα παραγάδια.
——————–
Τις δυο σου γαμπίτσες ματώσαν οι θάμνοι
-το στόμα σου βλέπω γκριμάτσα να κάμνει-.
Και, όμως, γελούσε η καρδιά σου η άδεια,
τα πρώτα είχε νιώσει τρελά χτυποκάρδια.
——————–
Θυμήθηκα τόσες γλυκές αναμνήσεις,
αυτές, είχε η μοίρα μονάχα, ν’ αφήσεις…
Σε βλέπω εμπρός μου, -μακριά γιατί να’ σαι;-
Και, όμως, δεν ξέρω εσύ αν θυμάσαι…
——————–
Λένε ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα. Έχουν δίκιο, αλλά όχι απόλυτο. Πάντα υπάρχει ένα μικρό κομμάτι της καρδιάς, στο οποίο τρυπώνουν και φωλιάζουν κάποιες αναμνήσεις, χαρές ή πίκρες, που θέλεις, ή «πρέπει» να ξεχάσεις, αλλά αυτές δραπετεύουν, κατά πως προστάζει η ζωή, οι συγκυρίες, ή και η τύχη και έρχονται για λίγο στην επιφάνεια, σε ποτίζουν με το νέκταρ των αναμνήσεων και ξαναγυρίζουν πίσω, εκεί όπου έχουν καταδικαστεί να είναι ισόβια φυλακισμένες.
Η τύχη τους έφερε να συναντηθούν μετά από καμιά δεκαριά χρόνια στο δρόμο. Η Ελένη, στηριγμένη στο μπράτσο κάποιου, τον κοίταξε με ένα βλέμμα, που ήταν δύσκολο να το μεταφράσει κανείς. Ήταν αδιάφορο; Έκρυβε κάποια πίκρα; Ήταν γεμάτο αγάπη; Δεν τον χαιρέτισε φοβούμενη μην προδοθεί στον συνοδό της; Αδιευκρίνιστο. Τον προσπέρασε, αφού του έριξε μια ματιά, που ήταν ένα βέλος κατάστηθα για εκείνον. Ούτε αυτός, όμως, δεν ήθελε να σκαλίσει παλιές πληγές. Είχε κατασταλάξει, τακτοποιήθηκε, δεν έπρεπε να φυλλομετρά παλιά βιβλία. Εξ άλλου, σήμερα υπήρχαν και οι άλλοι γύρω του, δεν ήταν πια μόνος. Έβγαλε απλά το μολύβι και έδωσε ζωή σε ένα άψυχο φύλλο χαρτιού, γράφοντας αυτό, που του υπαγόρευε εκείνη τη στιγμή η καρδιά του.
Σ’ είδα πάλι
—————–
Σ’ είδα πάλι, αγάπη παλιά μου,
– αχ, τρελά παιδικά μου παιχνίδια –
ασημί γίναν, πια, τα μαλλιά μου,
μα, για σένα, η καρδιά μου είν’ ίδια.
——————–
Πάλι πέρασες, πάλι θα φύγεις,
σαν και τότε, καιροί όλο λύπη…
Οι βραδιές της χαράς μας της λίγης,
χωρισμού το βουβό καρδιοχτύπι.
——————–
Πάλι σ’ είδα! Και, όμως, λυπάμαι.
Η ματιά σου μου ήρθε σαν βέλος.
Εαυτέ μου φτωχέ, έλα πάμε,
είν’ της μοίρας η αρχή να’ χει τέλος.
——————–
Τα χρόνια κύλησαν σαν το νερό στο ποτάμι. Φύγανε και δεν γυρίζουν πίσω. Κάποιοι λένε, ότι περνάνε γρήγορα, χωρίς να το καταλάβουμε. Είναι αυτοί, που πέρασαν μια άδεια ζωή. Όταν ασχολείσαι στη ζωή σου με χίλια δυο πράγματα, όταν χαίρεσαι γι’ αυτό που κάνεις, όταν βλέπεις τριγύρω σου παιδιά, εγγόνια, φίλους, όταν έχεις με όλους κάτι να θυμηθείς, είτε είναι ευχάριστο, είτε δυσάρεστο, η ζωή σου ήταν πάντα γεμάτη, δεν πέρασε με ταχύτητα φωτός! Ακόμα και οι αναμνήσεις για αγαπημένα πρόσωπα που «έφυγαν», ακόμα και αυτές γεμίζουν τη ζωή σου κι’ ας είναι ένα αγκάθι, που ματώνει την καρδιά.
Με αυτές τις σκέψεις βάδιζε στον δρόμο, όταν την είδε ξανά! Ο χρόνος είχε αφήσει και σε εκείνη τα σημάδια του, αλλά αυτός τη είδε όπως ήταν πριν πενήντα χρόνια. «Ελένη!» την φώναξε, με μια λαχτάρα, αλλά και έναν κρυφό φόβο μήπως δεν τον γνωρίσει, ή, ακόμα χειρότερο, μήπως δεν του μιλήσει. Αλλά εκείνη, (Παναγία μου!!!), μόλις τον είδε έπεσε στην αγκαλιά του. Φιλήθηκαν στο μάγουλο, (εκεί επιτρεπόταν, πλέον), κοιτάχτηκαν με λαχτάρα και επιχείρησαν να ξεκινήσουν με τετριμμένες κουβέντες. Μα, αμέσως κατάλαβαν, ότι δεν έχει νόημα να μιλήσουν για παιδιά και εγγόνια, αυτά ήταν για κουβέντες με άλλους. «Θυμάσαι;» τον ρώτησε, δειλά. Μα, ήταν ερώτηση αυτή; Ήταν ποτέ δυνατόν να ξεχάσει; Και πόση συγκίνηση ένιωσε, όταν έμαθε μετά από πενήντα χρόνια, ότι θυμόταν και εκείνη!!! Θυμήθηκαν πολλά. Ή, μάλλον, δεν είχαν ξεχάσει τίποτα. Ακόμα και εκείνο το τραγουδάκι με τον Γιάννη Βογιατζή, που άκουσαν στο τζουκ – μποξ της Κυανής Ακτής. «Την είδα ξανά στο δρόμο μια μέρα και μια καλημέρα δεν είπαμε οι δυο…». «Με συγχωρείς, που τότε που συναντηθήκαμε, δεν σου μίλησα, αλλά ήταν δίπλα μου ο άλλος». «Ναι, υπάρχουν οι άλλοι» της απάντησε, «αλλά αυτοί δεν ξέρουν που είναι η Κυανή Ακτή». Κάποιες σταγόνες άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό και ανακατεύτηκαν με τις σταγόνες των αναμνήσεων, που είχαν αρχίσει να βρέχουν τα μάγουλά τους. «Πρέπει να φύγουμε» του είπε. «Ναι» της απάντησε, «αλλά αυτή τη φορά θα χωρίσουμε μόνοι μας». Δεν μίλησε. Ένα κλεφτό φιλί στο μάγουλο ακόμα και έφυγε τρέχοντας. Εκείνος έμεινε για λίγο άγαλμα. Κατάλαβε.
Σιγά – σιγά περπάτησε προς μία καφετέρια, σιγοτραγουδώντας; «Την είδα ξανά…». Παράγγειλε έναν καφέ και έβγαλε χαρτί και μολύβι:
Το τραγουδάκι μας
————————–
Ξανά το τραγουδάκι μας σε έφερε
στη σκέψη μου, όπως τότε σ’ είχε φέρει
στη αγκαλιά μου. Μα, πολύ διέφερε
εκείνη η εποχή, που από το χέρι
πιασμένοι κάθε λύπη λησμονούσαμε,
όνειρα πλάθαμε. Καιροί χαμένοι…
Ναι, ήρθες όπως τότε που τ’ ακούσαμε
ντυμένη στ’ άσπρα. Μα, ήσουνα πια ξένη…
——————–
Ήπιε τον καφέ του και πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Και, ξαφνικά, ένιωσε ένα κενό. Δεν της είπε τίποτα για όσα ποιήματα είχε γράψει γι’ αυτήν. Ούτε ένα ευχαριστώ δεν της είπε, που άθελά της τον έκανε ποιητή. Τι παράλειψη!
Όμως γρήγορα συνήλθε. Καλύτερα έτσι. Τα γερασμένα μάτια δεν πρέπει να δακρύζουν συχνά. Και οι καρδιές των μεγάλων δεν αντέχουν πολλές συγκινήσεις… Δεν έπρεπε να την κάνει να κλάψει!
Α΄ Βραβείο 7ου Παγκόσμιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού ΕΠΟΚ
©️2024 Λευτέρης Μουφτόγλου
Αρθρογράφος – Λογοτέχνης – τ.Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Β. Ελλάδος
