Ερωτικό Instantane
Ο σπουργίτης
Απόγευμα, επέστρεφα σπίτι μετά από μια δύσκολη εβδομάδα στο δάσος της Σιθωνίας,
όπου συγκέντρωνα υλικό για το διδακτορικό μου. Δεν ήμουν στα καλύτερά μου, νύσταζα κιόλας,
είχα και την ανυπομονησία, να βρεθώ ξανά κοντά στην οικογένειά μου.
Από μακριά μου φάνηκε σαν μαντήλι πεταμένο στη μέση του δρόμου. Όμως καθώς πλησίαζα
είδα το νεκρό πουλί με τα μάτια του σφαλιστά, τα φτερά του μαραμένα, τα μικρά ποδαράκια
στραμμένα στον ουρανό και το ράμφος του ανοιχτό να χάσκει από την τελευταία ανάσα ζωής
που το διαπέρασε. Και δίπλα του ο σύντροφός του με το μικρό και αδύναμο ράμφος,
να προσπαθεί να το μετακινήσει, πριν το ισοπεδώσουν οι ρόδες μου. Ήταν σπουργίτια.
Αυτά τα ταπεινά μικρά πουλιά, που δεν είναι ούτε όμορφα, ούτε και κελαηδούν. Άσχημα και άχρηστα.
Και ενοχλητικά. Όλη μέρα κουτσουλάνε, πάνω στα έπιπλα του κήπου, στα αυτοκίνητα, στις μπουγάδες.
Από μικρός δεν τα χώνευα και ας έλεγε ο Βάρναλης «Οι μόνοι πραγματικοί μου φίλοι είναι τα σπουργίτια.
Μου αρέσουν για το θάρρος που έχουν της ζωής, για την αφροντισιά τους διά την αύριον,
για την αλητεία τους, για τον ερωτισμό τους τον ανεξάντλητο και για τον κουτσαβακισμό τους:
όλο «παρεξήγηση» και καβγάς από το πρωί ως το βράδυ».
Όμως μπροστά μου υπήρχε μια άλλη εικόνα. Ούτε αλητεία, ούτε ερωτισμός, ούτε κουτσαβακισμός.
Μόνο ξέχειλος σπαραγμός. Ένας άλλος διαφορετικός σπουργίτης, από αυτόν που γνώριζα.
Ο πιστός, ο τρυφερός, ο πονετικός, ο τίμιος, ο γενναίος. Το δακτυλίδι στο λαιμό του,
βεβαίωνε ότι ήταν ο αρσενικός. Σταμάτησα το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου.
Ο σπουργίτης, γύρισε τη μια πλευρά του κεφαλιού του, έτσι όπως κοιτούν τα πουλιά.
Τον φόβισε το τεράστιο για τα μέτρα του όχημα, όμως δεν έφυγε. Δεν εγκατέλειψε τη σύντροφό του.
Ήταν μια συναρπαστική στιγμή. Σε ένα μικρό πουλί έβλεπα την αγάπη που κρατάει και κινεί τη ζωή,
που ξεχειλίζει από την έντονη στοργή και την προσωπική αφοσίωση.
Ήμουν μια απειλή όμως η αγάπη του για τη νεκρή σύντροφό του φαίνονταν πιο δυνατή κι από το θάνατο,
ακόμη και το φόβο του θανάτου.
Μόλις ένιωσε και πάλι ασφαλής, παράτησε τη μάταια προσπάθεια να τραβήξει τη σύντροφό του έξω από το δρόμο.
Τα 40 γραμμάρια ήταν πολλά γι αυτόν. Ήταν ολοφάνερο ότι κάποιο αυτοκίνητο την χτύπησε
καθώς διέσχιζε χαμηλά το δρόμο. Τυφλωμένη από έρωτα ή απρόσεχτη στο κυνήγι κάποιου εντόμου,
βρέθηκε νεκρή πάνω στην ζεστή άσφαλτο.
Ο σπουργίτης ξανάρχισε το θρήνο του. Δεν ήταν το γνωστό τιτίβισμα το κοφτό, μονότονο,
άχαρο φσιιιτ-φσιιιτ. Ήταν κάτι διαφορετικό. Ήταν κάτι σε κελαηδητό καρδερίνας, στο πιο μακρόσυρτο,
στο πιο άχαρο, αλλά και πιο σύνθετο από το απλό γνωστό τιτίβισμα. Το είχα ξανακούσει αυτό το κελαηδητό
όταν ήμουν παιδί. Ένα άλλο παιδί της γειτονιάς τσάκωσε δεν ξέρω πως, έναν σπουργίτη και τον έβαλε σε κλουβί.
Δύο μέρες αυτό το κελαηδητό ακούγαμε, μέχρι που ψόφησε ο δόλιος, μην αντέχοντας τη φυλάκισή του.
Αυτό άκουγα και τώρα. Ήταν λυγμός; Ήταν προσπάθεια να ξυπνήσει την αγαπημένη του; Ήταν αποχαιρετισμός;
Ήταν προσευχή; Ήταν λόγια αγάπης; Μπορεί και τίποτε, μπορεί και όλα μαζί. Όμως το νευρικό αναπήδημα
γύρω από τη νεκρή σύντροφο, το ακούμπισμα του ράμφους του στο στήθος της, φανέρωνε πόνο.
Τον αβάσταχτο πόνο της απώλειας, που δεν διαφέρει σε τίποτα από τον ανθρώπινο πόνο.
Δεν έχει σημασία πως εξέφραζε το θρήνο. Σημασία έχει ότι θρηνούσε.
Θρηνούσε γιατί είναι ανήμπορος να σώσεις το ταίρι του. Θρηνούσε που θα γύριζε μόνος στην άδεια φωλιά.
Θρηνούσε που δεν θα γεράσει μαζί της και ας είναι σύντομη η ζωή τους.
Θρηνούσε που δεν θα έχει κάποιαν να την κυνηγά από κλαδί σε κλαδί, να τσακώνεται μαζί της
και να αγαπιούνται και πάλι.
Κατέβηκα από το αυτοκίνητο. Ο σπουργίτης με κοίταξε πάλι με το ένα μάτι. Τόσες γενιές ζούμε πλάι τους,
μα ακόμη δεν μας εμπιστεύονται και δεν τους αδικώ γι αυτό. Με το άλλο μάτι έβλεπε την καλή του.
Αναμέτρησε τους όγκους μας και πέταξε στο κοντινότερο κλαδί.
Το κελάηδημα του συνεχίσθηκε, πιο άγριο και απειλητικό.
Μάζεψα το άψυχο σώμα. Ακόμη ζεστό ήτανε. Την άφησα μαλακά στην άκρη του δρόμου, δίπλα σε ένα θάμνο,
ώστε να μην φαίνεται εύκολα. Δεν θα ήθελα κάποιο ζώο, να διακόψει ξανά το θρήνο του συντρόφου της.
Θα την έθαβα, εάν μπορούσε ο σπουργίτης να το καταλάβει.
Ξεχάστηκα εκεί δίπλα της συνεπαρμένος, μέχρι που συνήλθα νιώθοντας ντροπή ολόκληρος άντρας,
να συμπονεί ένα μικρό πουλί. Σηκώθηκα και άρχισα να τινάζω το παντελόνι μου από ανύπαρκτες σκόνες,
σαν να ήθελα να εξορκίσω την ξαφνική μου ευαισθησία.
Ξαναμπήκα στο αυτοκίνητο. Πριν προλάβω να κλείσω την πόρτα ο σπουργίτης βρίσκονταν δίπλα στο ταίρι του.
Δεν ξέρω πόσο έμεινε. Δεν ξέρω πόσο τον πήρε να βρει το κουράγιο να επιστρέψει στη φωλιά τους.
Δεν ξέρω αν εκεί να τους περίμεναν μικρά. Ποτέ δεν το έμαθα. Έμαθα όμως ότι όταν χάνεις το ταίρι σου,
είτε περπατάς, είτε κολυμπάς, είτε πετάς, είτε σέρνεσαι στη γη ο πόνος εκεί στην καρδιά,
είναι πάντα και για όλους ο ίδιος. Πριν τον προσπεράσω κοιταχτήκαμε για τελευταία φορά.
Και από τότε ποτέ δεν τον ξέχασα.
Και κατάλαβα γιατί αυτό το ταπεινό μικρό πουλί που δεν είναι αηδόνι στη φωνή, αλκυόνη στην ομορφιά,
γεράκι στην ταχύτητα, αετός στην περηφάνια το ύμνησαν οι σπουδαιότεροι ποιητές μας,
όπως ο Δροσίνης, ο Παλαμάς, ο Σαραντάρης, ο Σαχτούρης, ο Ρώτας, ο Καρυωτάκης, ο Τέλος Άγρας, ο Λειβαδίτης,
ο Σεφέρης, ο Ρίτσος και άλλοι τόσοι νεότεροι.
Και σήμερα τον τιμώ με αυτήν την κατάθεση ψυχής και με την τραγική κραυγή του Γιώργου Σεφέρη:
Σκοτώνει τούτη η μουσική· μέρες χαθήκαν τα σπουργίτια·
πάνε να θάψουν τους νεκρούς των.
(Με λαμπυρίσματα γυαλιού Τετράδιο γυμνασμάτων, Β. 27. 3. 1949)
©2025 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
