Αφήγημα
Καθώς η υπέροχη καψάδα του ήλιου ζάρωνε τα αυλάκια που διέτρεχαν την επιφάνεια του κορμού του, τα εκατοντάδες μικροσκοπικά αγκαθάκια του ανακλαδίζονταν γεμίζοντας ξηρασία και σκληραίνοντας απέναντι στις απειλές του περιβάλλοντος. Ήταν ακόμη κοντούλης, και δεν μπορούσε να σταματήσει να ονειρεύεται πώς θα ‘ταν όταν θα έφτανε τα 2 μέτρα κι ογδόντα εκατοστά – εκεί περίπου υπολόγιζε τη διάπλαση του γέροντα στην απέναντι αυλή.
Κάθε πρωί με το χάραμα του φωτός ξεκινούσε να θαυμάζει τον χοντρό κορμό του γείτονά του, τα χέρια του που απλώνονταν ψηλά στον ουρανό σα να ευχαριστούσαν τον ήλιο για τις κάψες του, τα βαθιά αυλάκια στο δέρμα του που μέσα τους κυλούσαν εμπειρίες πολλών δεκαετιών. Τα σκουρόχρωμα σκληρά και δυνατά αγκάθια του ίσως και να΄ταν τώρα πια χιλιάδες! Πώς θα μπορούσε κανείς να ονειρεύεται κάτι άλλο, από αμέτρητα καυτά καλοκαίρια;
Στη διπλανή του γλάστρα, εκεί στη βεράντα που βρισκόταν το σπίτι του, μεγάλωνε ένα κυκλάμινο. Μεγάλωνε, δηλαδή, κατ’ ευφημισμό, μιας και πότε υπήρχε πότε δεν υπήρχε. Επιπλέον, το σώμα του ήταν μαλακό και δε μπορούσε να κρατήσει τα προσδόκιμα ύψη. Τα φύλλα του φύτρωναν γρήγορα, γέρνανε γρήγορα και πέφτανε γρήγορα. Δεν άντεχε διόλου την κάψα του ήλιου, και κάθε καλοκαίρι εξαφανιζόταν, αφήνοντας πίσω του ένα σάπιο κουφάρι που βρώμαγε. Περιέργως πώς, τα φθινόπωρα, όταν οι υπέροχες καυτές ευλογημένες ημέρες είχαν πια τελειώσει, κείνο δειλά δειλά εμφανιζόταν πάλι, λες κι είχε αποτραβηχτεί στα έγκατα της γλάστρας του και κοιμόταν μέχρι να περάσει η πιο υπέροχη εποχή του χρόνου.
“Για δες κάτι πράγματα…” αναλογιζότανε ο κάκτος, με έκδηλη την περιφρόνηση στα ρηχά του αυλακάκια. “Κάποια πλάσματα δεν έχουνε γνωρίσει ποτέ το νόημα της ζωής! Στις πιο υπέροχες εκδηλώσεις του κόσμου, αυτά εξαφανίζονται, κρύβονται, σαπίζουν, κι η ευτυχία της βαθιάς ζέστης δεν τα έχει αγγίξει ποτέ….”
Ένα απόγευμα του Νοέμβρη οι ουρανοί γεμίσαν σύννεφα βαριά. Ο καιρός γύρισε απότομα, όλη η όψιμη ζέστη του μετακαλόκαιρου μαζί με τη θερινή ανομβρία ξέσπασαν σε μια δυνατή βροχή που κράτησε δυο ημέρες. Ό,τι ήταν πράσινο έλαμψε. Ό,τι ήταν κίτρινο έρεψε.
Την τρίτη μέρα το κυκλάμινο εμφάνισε ένα απαλό ιώδες κεφαλάκι, κι όλο κρυφή χαρά, δειλά δειλά κοίταξε γύρω του την πλάση και ψιθύρισε απαλά:
“Αχ!”
Κι απέναντι, ο κάκτος που από την υγρασία είχε ήδη χάσει ένα χεράκι, και τώρα το ‘βλεπε στα ριζά του να σαπίζει κιόλας, αποκρίθηκε:
“…αχ….”.
©️2024 𝚳 𝛊 𝐱 𝛂 𝛆 𝛌 𝛂 𝚸 𝛚 𝛕 𝛂
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα
«𝛭𝜐𝜃𝛺𝛿ές»
