Πεζοτράγουδο
Το ταξίδι άρχισε όταν ένας παράτολμος έφηβος κατέβηκε από ένα δέντρο,
σε ένα αρχαίο δάσος της Αφρικής.
Γεύτηκε τους καρπούς ενός άγνωστου θάμνου μερικά βήματα μακριά.
Στην αρχή κοίταξε τον ουρανό, τα βήματα του στο έδαφος δεν ήταν σίγουρα
αλλά αυτό δεν τον αποθάρρυνε.
Έκοψε τους καρπούς και τους έβαλε στο στόμα του.
Από την έκφραση του προσώπου τού καταλάβαμε πως ήταν υπέροχοι,
το όλο εγχείρημα άξιζε τον κόπο!
Από τότε διασχίζουμε ερήμους,
περνάμε μέσα από ποτάμια και δάση για να γευτούμε κάθε καρπό,
που θα μας προσφέρει την υπέροχη γεύση.
Δεν φοβόμαστε τον ήχο που κάνει το κλαδί όταν σπάει.
Δεν τρέμουμε από τα χνάρια ενός ζώου που βλέπουμε στο δρόμο που διασχίζουμε·
τώρα χειριζόμαστε την πέτρα και το ξύλο και από τότε που αυτά
έγιναν δικά μας πολλαπλασιάσαμε την δύναμη μας· γίναμε επιδέξιοι στο κυνήγι,
πιστέψαμε στον εαυτό μας και ο τρόμος που μας προκαλούσε η φωτιά
έγινε ο θεός που μας έδωσε την δύναμη να κυριεύσουμε το σκοτάδι.
Νοιώσαμε περίεργα όταν ο ασθενής που έφτασε ένα βήμα πριν το θάνατο μας
μίλησε με σοφία για ένα υπέρτατο ον.
Μας είπε και με τον τρόπο του μας έδωσε να πιστέψουμε πως μας προστάτευε
και μας καθοδηγούσε εμάς και τα πάντα, Αυτός που στην είσοδο ενός άλλου κόσμου
του έδωσε τη δύναμη να γυρίσει πίσω, μόνο και μόνο για να μας μεταφέρει ένα μήνυμα.
Έπρεπε πάντα να βρούμε μία λύση για ένα νέο πρόβλημα, που προκαλούσε
διαφωνίες, όταν συζητούσαμε γύρω από την φωτιά, εκείνος που πρώτος
αποτραβιόταν από εμάς, με απορία, έχοντας εισπράξει την χλεύη μας,
έκανε ένα βήμα παραπάνω σε ένα άλλο ταξίδι, ίσως και το πιο μεγαλειώδες,
που εξελισσόταν προς τα εσώτερα του μυαλού μας.
Έτσι μέρα τη μέρα ανακαλύπταμε κάτι, εφευρίσκαμε ένα νέο εργαλείο,
καλύτερο από το παλιότερο.
Μέσα στην γαλήνη της νύχτας κοιτάξαμε την σελήνη και ονειρευτήκαμε πως
κάποτε θα ταξιδεύσουμε σε αυτήν και (Ναι!!!) ταξιδεύσαμε.
Κρυφτήκαμε σε σπηλιές για να προστατευτούμε από το κρύο ή τη ζέστη,
φτιάξαμε ρούχα με τη βελόνα και δεν σταματήσαμε ποτέ να εξαπλωνόμαστε,
να ταξιδεύουμε, όλο και πιο μακριά, σε όλο και πιο παράξενα μέρη.
Πάντα είχαμε μία ερώτηση και ζητούσαμε πάντα μία απάντηση.
Όταν απαντάμε στην ερώτηση θέτουμε μία άλλη καινούρια ερώτηση, ξανά και ξανά,
χωρίς τέλος, μέχρι και τώρα αυτήν την στιγμή.
Πάντα το κάθε βρέφος όταν γεννιέται και αρχίζει να αντιλαμβάνεται σιγά – σιγά
τον κόσμο, αρχίζει όλη η ιστορία, με αρχή το πρώτο βήμα εκείνου του εφήβου στο
αρχαίο αφρικανικό δάσος, στον καθένα που νοιώθει γεμάτος δύναμη που όλοι οι
πανάρχαιοι δρόμοι, πάντα καινούριοι, βγάζουν στο πρόσωπο του και το πρόσωπο του
εκάστοτε ανθρώπου.
Αυτός τώρα μέσα σε ένα δάσος αυτήν την νύχτα που τα φύλλα των δέντρων
θροΐζουν γλυκά και τα πουλιά κελαηδούν υπέροχα, ενώ το ρυάκι συνεχίζει μελωδικά
να μαγεύει το δάσος και αυτό το βράδυ και τα οχτώ εκατομμύρια Λόα τραγουδάνε
στον Βασιλιά για να του υπενθυμίζουν πως αυτά θα είναι μαζί του πιστοί υπηρέτες
μέχρι να φτάσει και στο πιο μακρινό άστρο που αντικρίζει στον ορίζοντα.
Ύστερα θα καθίσει μαζί τους σαν ένας από αυτούς,
για έναν άλλο Βασιλιά που θα ταξιδεύσει σε ένα πιο μακρινό άστρο, άγνωστο γι’ αυτόν!!!
©2025 Θεμιστοκλής Κατσαούνης
Αρθρογράφος * Λογοτέχνης
