Ποίημα
Τα μάτια σφαλιστά και το δωμάτιο,
δρόμος κλεισμένος
από λιόκλαρα και αγριόχορτα
Και κρέμονταν οι σκέψεις μαζί με τις ελιές,
μαύρα μεστά τσαμπιά που τα άγγιζε του ήλιου η ανάσα
καθώς τρεμόπαιζε με τις σκιές αγκαλιασμένη
Ένα αεράκι, ανήσυχο παιδί,
περνούσε το κατόπι μου σβήνοντας τα βήματα μου,
σκορπίζοντας ολόγυρα φύλλα, ελιές και σκέψεις.
Ανακάτευε τα μαλλιά μου, τα μπέρδευε στο μέτωπό μου,
χόρευε στον γυμνό λαιμό της μέρας, (ή της νύχτας;)
σφυρίζοντας ανέμελα έναν δικό του αγαπημένο σκοπό.
Περπατούσα και περπατούσα
και πουθενά δεν έφτανα, μόνο εκεί, στην αρχή του δρόμου όλο βρισκόμουν
και τα λόγια πάσχιζα να βρω απ’ τον επίμονο σκοπό…του κάκου…
Κι είπα,
Βάρδα θεέ να ξημερώσει,
να βγω στο ξέφωτο, να γλυτώσω από τούτη την ώρα,
που δεν ξεχώριζε η νύχτα απ’το πρωί, η αίρα από το στάρι,
η αλήθεια από το ψέμα, το όνειρο από τον εφιάλτη …
Μέρα και νύχτα ένα κουβάρι ,
τα μάτια σφαλιστά και το μυαλό μου,
έπιασε δικό του σκοπό να ψυθιρίζει
που είχε λόγια γνώριμα που ταίριαζαν
κι αγκομαχώντας μέριαζα τα λιόδεντρα με τα τσαμπιά με χέρια απλωμένα
μέτραγα βήματα, κυνήγαγα σκιές, ανάσαινα ανάσες κλέβοντας ξένες
κι έφτασα δεινοπαθώντας (έτσι νόμιζα) κι άνοιξα τα μάτια
που απ’ το σφίξιμο μοιάζαν ακόμα σφαλιστά,
κι αντίκρισα μόνο το δωμάτιο που δρόμος ήτανε κλειστός
Κι εγώ,
ακόμη στην αρχή του…….
©️2025 Κτενά Αργυρούλα
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
