Ποίημα
Ασίγαστη, αλόγιστη φωτιά καίει στα στήθη
για να προλάβω της ζωής το βιαστικό το βήμα
Κοιτώ στα πίσω του καιρού, σκέψεις ορδές και στίφη
για όλα όσα χάθηκαν φωνάζουν είναι κρίμα
Αυτός ο μικρομέγαλος ο άπιαστος ο κόσμος
πότε μου μοιάζ´ ωκεανός πότε μικρή ανάσα
Ή θά ψηλών´ ο ουρανός συννεφιασμένος μόνος
ή θα μου καίει τα σωθικά η χόβολη απ’τ´άστρα
Θέλησα αποτύπωμα ν´αφήσω να μη σβιέται
μα ο βοριάς στα χνάρια μου χορεύει μεθυσμένος
Σβηέται μονάχα η ζωή μακριά αποτραβιέται
εγώ απομένω καταγής πόθος μου λαβωμένος
Σαν κατακόκκινα φιλιά φυτρώνουνε τα ρόδα
ματώνουνε την συννεφιά στο έμπα της ψυχής μου
Αγκάθια ανοίγουν αγκαλιές σφαλίζοντας την πόρτα
σαν ερυνίες που κρατούν τον μίτο διαφυγής μου
Σαν παπαρούνα άλικη στα πόδια του σταυρού σου
μιά μέρα κάποια άνοιξη χωρίς κραυγές και θρήνους
Θε να σκορπίσω, να χαθώ, ζωή απ’ τους καημούς σου
να γίνω ένα, μιά αγκαλιά, με μωβ και άσπρους κρίνους..
©️2025 Κτενά Αργυρούλα
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
